Shedia

02 February 2022

Ευάγγελος Κανίδης

 

«Πουλώντας το περιοδικό, αισθάνομαι ένας ελεύθερος πολίτης, με δικαιώματα. Χάρη στην επαφή μου με τον κόσμο, νιώθω υπολογίσιμος».

Γεννήθηκα το 1973 στη Νέα Κρήνη Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος και, στη συνέχεια, έγινε μικροπωλητής. Τις αργίες και το καλοκαίρι τον ακολουθούσαμε και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας στα πανηγύρια. Ο μικρότερος αδερφός μου είχε ένα πρόβλημα υγείας στους πνεύμονες και ήμουν συνεχώς δίπλα του. Είχε πέσει το βάρος πάνω μου. Ευτυχώς, σταδιακά, το ξεπέρασε και απέφυγε το χειρουργείο. Εγώ, από τη μεριά μου, είχα υπερευαισθησία στο αριστερό μου αυτί. Σε ηλικία 11 χρόνων, και ενώ κάναμε οικογενειακώς μπάνιο στη θάλασσα στο Πευκί της Εύβοιας, μπήκε πολύ νερό και αλάτι στο αυτί, μου έσπασε το τύμπανο και μου «έφαγε» τον κοχλία. Για πολύ καιρό, έπαιρνα αντιβιώσεις και έκανα ενέσεις. Αναγκάστηκα, δε, να βάλω τέσσερα μοσχεύματα στο αυτί. Γνώρισα για τα καλά τα νοσοκομεία από πολύ μικρός. 

Στα 13 μου, χώρισαν οι γονείς μου, λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων, και μετακομίσαμε με τη μητέρα μου στην ανατολική Θεσσαλονίκη. Αγαπημένη μου ασχολία ήταν το μπάσκετ. Έπαιζα γκαρντ στον Μέγα Αλέξανδρο Πυλαίας. Ήμουν αρκετά ανθεκτικός παίκτης, είναι η αλήθεια. Ήταν μεγάλη εκτόνωση για μένα ο αθλητισμός. Καθώς είχα δυσλεξία, πήγαινα σε ειδικό σχολείο. Ως παιδί ονειρευόμουν να γίνω δικηγόρος, να ασχοληθώ με τα νομικά. Μου άρεσαν πάντα και οι χειρωνακτικές εργασίες, επισκεύαζα τα θρανία και τις καρέκλες του σχολείου. Βλέποντας οι καθηγητές ότι έπιαναν τα χέρια μου, με προέτρεψαν μετά το γυμνάσιο να γραφτώ σε κάποια τεχνική σχολή. 
 
Χάρη σε εκείνους βρήκα τη σχολή του ΟΑΕΔ, όπου και πήρα την ειδικότητα του επιπλοποιού. Εκείνα τα τρία χρόνια της σχολής ήταν ανέμελα. Από το πρώτο έτος δούλευα μόνος μου τα μηχανήματα, την πλάνη, την κορδέλα. Μετά την αποφοίτησή μου έψαχνα για δουλειά ως επιπλοποιός, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Υπήρχε, όμως, μεγάλη οικονομική πίεση.
 
Έπρεπε να βοηθήσω τη μητέρα μου, η οποία δεν είχε σταθερό εισόδημα, καθάριζε σκάλες, ενώ ήταν και περιστασιακά καθαρίστρια σε σχολεία. Μοιραία, ακολούθησα κι εγώ το δρόμο του μικροπωλητή, σαν τον πατέρα μου. Πουλούσα ποπ κορν, καλαμπόκια, κάστανα, γλειφιτζούρια, μαλλί της γριάς. Υπήρχαν και οι καλές και οι άσχημες στιγμές. Όταν ήμουν σε ένα πόστο, το έβρισκα πολύ δύσκολο να δημιουργήσω μια πελατεία. 
 
Είχα ένα «σαραβαλάκι» και έκανα ταξίδια σε όλη την Ελλάδα. Κοιμόμουν μέσα στο αμάξι. Είχα μονίμως σε αυτό μαξιλάρι και κουβέρτες. Κάνα δυο φορές την εβδομάδα, πήγαινα και σε κάποιο ξενοδοχείο να κάνω μπάνιο και να ξυριστώ. Όταν βρισκόμουν εκτός Θεσσαλονίκης, έστελνα χρήματα μέσω τραπέζης στη μητέρα μου. 
 
Για επτάμισι χρόνια, ταλαιπωρήθηκε από πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Έπασχε από κίρρωση ήπατος και θρόμβωση πυλαίας φλέβας. Προς το τέλος, έμεινε κατάκοιτη. Έμπαινε συνεχώς στο νοσοκομείο, ενώ προσπαθούσα και εγώ να της σταθώ. Είχα μάθει να της κάνω αντιπηκτικές ενέσεις. Ταυτόχρονα, έπρεπε να εξασφαλίζω και ένα επιπλέον μεροκάματο ως μικροπωλητής για να πληρώνω τα φάρμακα και τους γιατρούς. Δυστυχώς, την έχασα πέρυσι το Μάιο. Ήταν πολύ μεγάλο πλήγμα για μένα. 
 
Λόγω κάποιων μεγάλων λαθών που έκανα, είχα φτάσει στο μηδέν. Προσπαθούσα να σταθώ και πάλι στα πόδια μου. Πρωτοήρθα στη «σχεδία» πριν από πέντε χρόνια. Έβλεπα τους πωλητές στο δρόμο και ρώτησα πώς μπορώ να μπω κι εγώ στο δίκτυο διανομέων του περιοδικού. Φόρεσα το κόκκινο γιλέκο για ένα μήνα, ώσπου ξαναγύρισα στο επάγγελμα του μικροπωλητή. Επέστρεψα στη «σχεδία» πριν από δύο μήνες. Πουλώντας το περιοδικό, αισθάνομαι ένας ελεύθερος πολίτης, με δικαιώματα. Πρωτύτερα, δεν είχα τη δυνατότητα να εργαστώ κάπου νόμιμα και με ένσημα. Χάρη στην επαφή μου με τον κόσμο, νιώθω ότι είμαι και εγώ υπολογίσιμος. Έχει ανέβει η ψυχολογία μου, παίρνω κουράγιο να συνεχίσω τον αγώνα μου στη ζωή. Αλλά και οικονομικά, έχω πλέον μία πιο σταθερή βάση να πατήσω.