Shedia

EN GR

01 Ιανουαρίου 2020

Ελένη Γαβριήλ, 65 ετών

 
«Οι άνθρωποι με τους οποίους συνομιλώ καθημερινά είναι ευαίσθητοι. Ακόμα και αν δεν αγοράσουν το περιοδικό, το "καλημέρα" που μου λένε είναι αρκετό».
 
 
Γεννήθηκα το 1954 στη Λεμεσό της Κύπρου, όπου πέρασα και τα παιδικά μου χρόνια, τα οποία ήταν όμορφα. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με τέσσερα αδέρφια, από τα οποία σήμερα ζουν τα δύο. Ήμουν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας.
 
Στη Λεμεσό τελείωσα το δημοτικό και το εξατάξιο γυμνάσιο. Δεν ήθελα, ωστόσο, να σπουδάσω. Το όνειρό μου ήταν να έρθω στην Ελλάδα, να ζήσω στην Αθήνα. Όλα όσα διάβαζα στα περιοδικά και έβλεπα στην τηλεόραση μου είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον.  Έτσι, το 1974, όταν πέθανε ο πατέρας μου, ζήτησα από τη μητέρα μου να επισκεφτώ κάποιες φίλες μου που σπούδαζαν εδώ. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ερχόμουν στην Ελλάδα και έκατσα έναν ολόκληρο μήνα. Επέστρεψα στην Κύπρο, αλλά το μυαλό μου έμεινε πίσω. Σχεδόν έξι μήνες μετά επέστρεψα στην ελληνική πρωτεύουσα. Έπιασα δουλειά ως μπέιμπι σίτερ. Αγαπάω την πατρίδα μου, αλλά ήμουν και είμαι ερωτευμένη με την Αθήνα.
 
Στη διάρκεια της δεύτερης αυτής επίσκεψης γνώρισα το σύζυγό μου, που κατάγεται από την Εύβοια. Εγώ τότε ήμουν 21 ετών και εκείνος 27. Πέντε μήνες μετά τη γνωριμία μας παντρευτήκαμε, ενώ ύστερα από ενάμιση χρόνο αποκτήσαμε την κόρη μας, τη Χριστίνα. Η κόρη μου ακολούθησε την αντίστροφη πορεία από εμένα. Σε κάποιες διακοπές της στην Κύπρο γνώρισε το σύζυγό της και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λεμεσό. Δύο χρόνια μετά τη γέννηση της κόρης μας αποκτήσαμε και το γιο μας, τον οποίο χάσαμε σε νεαρή ηλικία. 
 
Με το σύζυγό μου ανοίξαμε δύο καταστήματα στην Αθήνα, ένα εστιατόριο και ένα μαγαζί με εσώρουχα. Στο πρώτο εργαζόμουν εγώ και στο δεύτερο η κόρη μου. Ωστόσο, λόγω του θανάτου του παιδιού μου, χρειάστηκε να κλείσουμε το ένα και να πουλήσουμε το άλλο. 
 
Ευτυχώς, δεν ήμουν από τους ανθρώπους που το έπαιζαν αφεντικά. Όσο είχαμε το εστιατόριο, τρύπωνα στην κουζίνα και έβλεπα τι κάνουν οι μάγειρες. Έτσι, όταν κλείσαμε την επιχείρηση, μπόρεσα να εργαστώ ως μαγείρισσα σε διάφορα μαγαζιά. Το 2012, πήρα άδεια κουλουρά από το δήμο Αθηναίων. Το κιόσκι μου ήταν κοντά στο σταθμό του μετρό στους Αμπελόκηπους. Εκεί υπάρχει πόστο της «σχεδίας» και πολλοί από τους πωλητές αγόραζαν το κουλούρι τους από μένα. Τους έβλεπα κάθε μέρα. 
 
Η άδεια για το κιόσκι έληξε στο τέλος του 2018, αλλά αναγκάστηκα να κλείσω τη μικρή μου επιχείρηση νωρίτερα, γιατί τα έξοδα ήταν πολλά και δεν μπορούσα να αντεπεξέλθω στις υποχρεώσεις μου. 
 
Επί έξι μήνες έψαχνα ακατάπαυστα να βρω δουλειά ως μαγείρισσα. Είχα φτάσει, όμως, στην ηλικία των 65 ετών και κανείς δεν ήθελε να με προσλάβει. Με καλούσαν για συνεντεύξεις, αλλά μόλις μάθαιναν πόσο χρονών είμαι μου έλεγαν ότι έψαχναν κάποιον μέχρι 40 ετών, γιατί εγώ δεν θα είχα δυνάμεις. Απελπίστηκα.  Τότε ήταν που μίλησα σε μία φίλη μου πωλήτρια της «σχεδίας» και της ζήτησα να μου δώσει περισσότερες πληροφορίες για το περιοδικό. Όταν μίλησα με τον υπεύθυνο του δικτύου πωλητών, δεν ρώτησε την ηλικία μου, απλώς μου έδωσε ξανά την ευκαιρία να εργαστώ. 
 
Το πρώτο μου πόστο ήταν στους Αμπελοκήπους, εκεί που κάποτε ήταν το κιόσκι μου. Την ημέρα εκείνη με είδαν οι παλιοί μου πελάτες και ήρθαν να αγοράσουν περιοδικά. Ένιωσα καλά. Δεν ντράπηκα ούτε στιγμή. 
 
Αν και δεν είμαι πολύ καιρό στο περιοδικό, έχουν συμβεί ουκ ολίγα συγκινητικά περιστατικά. Πριν από λίγες μέρες ήμουν στο πόστο μου, στην είσοδο του μετρό στο Μέγαρο Μουσικής. Ένα νεαρό ζευγάρι κατευθυνόταν προς τον κοντινό φούρνο. Είχε πολλή ησυχία και ακούω τον νεαρό να ψιθυρίζει στην κοπέλα: «Ας μην πάρουμε καφέ σήμερα. Ας πάρουμε το περιοδικό». Πήραν το περιοδικό και μπήκαν στο μετρό. Ευχαριστώ όλο τον κόσμο που με στηρίζει, αλλά όταν νέοι άνθρωποι με προσεγγίζουν νιώθω βαθιά συγκίνηση.
 
Η ενασχόλησή μου με τη «σχεδία» με έχει βοηθήσει πολύ. Δεν έχω πια άγχος να βρω δουλειά, ενώ έρχομαι συνέχεια σε επαφή με κόσμο. Οι άνθρωποι με τους οποίους συνομιλώ καθημερινά είναι ευαίσθητοι. Με ρωτάνε για μένα, για τη ζωή μου, για το περιοδικό μου. Ποτέ δεν με έχουν αντιμετωπίσει με άσχημο τρόπο. Ακόμα και αν δεν αγοράσουν το περιοδικό, το «καλημέρα» που μου λένε είναι αρκετό.
 
Η κόρη μου, ο γαμπρός μου, οι εγγονές μου θέλουν να επιστρέψω στην Κύπρο. Κάποια στιγμή θα συμβεί κι αυτό, αλλά αυτή η στιγμή δεν έχει έρθει ακόμα.