01 Απριλίου 2019

Έφη Ιωαννίδου, 54 ετών

 

 

— «Τώρα πια αισθάνομαι ότι αξίζω, έχει ανέβει η αυτοεκτίμησή μου, έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής. Με πολλή οικονομία, κατόρθωσα να επανασυνδέσω το ρεύμα μου».

 

 

Γεννήθηκα στις Σέρρες το 1965. Όταν ήμουν τριών χρόνων μετακομίσαμε στις Συκιές Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας μου εργαζόταν ως οικοδόμος και η μητέρα μου ως μαγείρισσα το Ψυχολογικό Κέντρο Βορείου Ελλάδος. Εκείνος έπινε πάρα πολύ και κακοποιούσε τη μητέρα. Έχω εικόνες να τη χτυπάει, κι η μητέρα μου να σωριάζεται στο έδαφος φωνάζοντας «Αχ, τα νεφρά μου». Τρεις φορές είχε αποπειραθεί να πάρει έμενα και τον μικρό μου αδερφό και να φύγει από το σπίτι, αλλά πάντα τη γυρνούσε πίσω με τη βία ο πατέρας. Με χτυπούσε και  μένα με τον ζωστήρα του, όταν έλειπε η μητέρα από το σπίτι. Εκείνη δεν ήξερε τίποτε. Ούτε γνώριζε ότι επί ένα χρόνο ο πατέρας μου με χάιδευε καθημερινά. Στην αρχή, δεν είχα αντιληφθεί ότι δεν ήταν στοργικά πατρικά χάδια, αλλά πως μου ριχνόταν. Δεν το έλεγα στη μητέρα, καθώς τον φοβόμουν.  Όταν, τελικά, δεν άντεξα άλλο και της το εκμυστηρεύτηκα, η αντίδρασή της ήταν να διώξει τον πατέρα από το σπίτι. «Μάζεψε τα ρούχα σου και φύγε», του είπε. Πήραν και διαζύγιο. Εγώ τότε ήμουν 14 χρόνων και ο αδερφός μου μόλις επτά. Σχολείο πήγα μέχρι την Α’ Γυμνασίου. Με σταμάτησε ο πατέρας μου, καθώς θεωρούσε ότι δεν είχε νόημα να πηγαίνω. Δεν έπαιρνα τα γράμματα. Μετά το χωρισμό των γονιών μου, έμενα στο σπίτι για να φροντίζω τον αδερφό μου. Σε ηλικία 18 χρονών βρήκα δουλειά σε μια βιοτεχνία ως ανειδίκευτη εργάτρια, έκοβα κλωστές, εκτελούσα χρέη σιδερώτριας. Έπρεπε να ελαφρύνω οικονομικά τη μητέρα, που είχε επωμιστεί μόνη της όλα αυτά τα χρόνια το βάρος της ανατροφής μας. Στη βιοτεχνία έκατσα μόλις πέντε μήνες, καθώς ο εργοδότης μού έβαζε μόνο τα μισά ένσημα. Στη συνέχεια, εργάστηκα σε ένα εργοστάσιο στη Σταυρούπολη που έφτιαχνε γλυκά του κουταλιού. Εγώ παρασκεύαζα τις βανίλιες. 

 
Ο εργοδότης μου ήταν πολύ σωστός, μας πλήρωνε και τις μετακινήσεις, αλλά εγώ ύστερα από δυο χρόνια έφυγα από τη δουλειά. Σηκωνόμουν από τις πεντέμισι το πρωί, έβλεπα τις φίλες μου να βγαίνουν βόλτες και εγώ να μην έχω το χρόνο να τις ακολουθώ. Για λίγους μήνες,  δούλεψα σε μία βιομηχανία φυτοφαρμάκων. Αφού καταγγείλαμε τον εργοδότη στην Επιθεώρηση Εργασίας, καθώς μας είχε απλήρωτους, σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι αποχωρήσαμε. Έτσι, κατέφυγα πάλι σε βιομηχανίες ενδυμάτων. Σε ηλικία 25 χρόνων, ήρθε ο γάμος μου. Τον άνδρα μου τον γνώρισα μέσα από μια φίλη μου. Το 1991, γεννήθηκε ο γιος μου και τρία χρόνια αργότερα η κόρη μου. Με τον ερχομό των παιδιών σταμάτησα να δουλεύω, ώστε να τα φροντίζω. Ο σύζυγός μου πουλούσε μπανάνες στο δρόμο, τα χρήματα που έβγαζε μας έφταναν. Ο γιος μου ήταν πολύ ατίθασο παιδί. Ήδη από το δημοτικό, είχε αρχίσει τις κοπάνες από το σχολείο, κι εγώ έτρεχα να τον μαζεύω. Από τον πατέρα τους δεν είχα καμία βοήθεια στο μεγάλωμα των παιδιών, ήταν αδιάφορος. «Μη με ανακατεύεις, είναι δική σου υπόθεση τα παιδιά», μου έλεγε. Το 2006, πήραμε διαζύγιο. Ευτυχώς που είχα τη στήριξη της μητέρας μου εκείνον τον καιρό. Για έξι μήνες έψαχνα μάταια για εργασία. Τελικά, βρήκα δουλειά σε ένα συνεργείο καθαρισμού, όπου έκατσα για δύο χρόνια, μέχρι που αυτό έκλεισε. Για τα επόμενα τρεισήμισι χρόνια, μοίραζα διαφημιστικά φυλλάδια μαζί με την κόρη μου, δεν μπορούσα, όμως, με αυτόν τον τρόπο να αντεπεξέλθω στα έξοδα. Έτσι, έστησα έναν πάγκο στην παραλία, κοντά στον Λευκό Πύργο, όπου πουλούσα κοσμήματα. Τα αγόραζα ένα ευρώ και τα πουλούσα στη διπλάσια τιμή. Καθώς δεν είχα άδεια, με κυνηγούσε η δημοτική αστυνομία. Μου έπαιρνε συνέχεια τα εμπορεύματα, που μπορεί η αξία τους να έφτανε και τα 400 ευρώ. Έπρεπε με πολύ κόπο να ξαναμαζέψω αυτά τα χρήματα. Είχα αρχίσει να απελπίζομαι, δεν μπορούσα να βρω καμιά άλλη δουλειά. Μου είχαν κόψει και το ρεύμα, είχα φτάσει να χρωστάω 4.800 ευρώ στη ΔΕΗ. Μια φίλη μου που ήταν πωλήτρια της «σχεδίας» με προέτρεψε να έρθω κι εγώ στο περιοδικό. Πρωτοφόρεσα το κόκκινο γιλέκο τον Οκτώβριο του 2015. Γνωρίζοντας την αγάπη και την αλληλεγγύη του κόσμου, ανέβηκα ψυχολογικά. Δεν είχα ξανασυναντήσει στη ζωή μου τέτοια καλοσύνη. Τα τελευταία έντεκα χρόνια, μετά το θάνατό του, μένω στο σπίτι του πατέρα μου. Υπήρχαν αναγνώστες που, πιστεύοντας ότι είμαι άστεγη, προσφέρθηκαν να μου παραχωρήσουν ένα διαμέρισμα. Ο κόσμος κάθεται να ακούσει τον πόνο, τις έγνοιες, τα προβλήματά μας. Αυτή η επικοινωνία μού είχε λείψει. Το μόνο που έκανα τα προηγούμενα χρόνια ήταν να βρίζω την αστυνομία που δεν με άφηνε να δουλέψω. Τώρα πια αισθάνομαι ότι αξίζω, έχει ανέβει η αυτοεκτίμησή μου, έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής. Με τα χρήματα που κέρδισα από τη «σχεδία», κάνοντας βέβαια πολλή οικονομία, και με τη βοήθεια της μητέρας μου, πριν από ένα χρόνο, κατόρθωσα να ξεχρεώσω τη ΔΕΗ και να επανασυνδέσω το ρεύμα μου. Το 2016, ήμουν στην αποστολή που πήγε στο Παγκόσμιο Κύπελλο Αστέγων στη Γλασκώβη. Ήταν μια αξέχαστη εμπειρία. Όταν μου ανακοινώθηκε, δεν το πίστευα. Έλεγα: «Δεν μπορώ να πάω, δεν ξέρω ποδόσφαιρο». Όλα τα παιδιά, από όλες τις ομάδες του κόσμου, ήμασταν μια μεγάλη οικογένεια.