Shedia

12 October 2021

Βασίλης Ζώης

«Από τις πρώτες μέρες που φόρεσα το κόκκινο γιλέκο, δεν αισθανόμουν καμία ντροπή παρά υπερηφάνεια. Εκείνοι που παίρνουν τη «σχεδία» είναι άνθρωποι με καλοσύνη και επίπεδο».
 
Γεννήθηκα το 1955 στο Αγρίνιο. Οι γονείς μου ήταν αγρότες, καλλιεργούσαν ρύζι, καλαμπόκι, καπνά. Θυμάμαι την οργή μαζί με τον ιδρώτα και τη λάσπη στα πρόσωπα των αγροτών από την ολοήμερη προσπάθεια στους ορυζώνες του κάμπου του Αγρινίου. Δούλευαν από νύχτα σε νύχτα. Θυμάμαι, επίσης, την οργή στο λασπωμένο πρόσωπο της μάνας μου από το ολοήμερο φύτεμα του ρυζιού στα ζεστά «τηγάνια» των χωραφιών. Και όταν πήγαινα να την καλωσορίσω το βράδυ, μου έλεγε: «Α, εδώ είσαι εσύ. Χάσου από μπροστά μου, να μη σε βλέπω». Από οκτώ χρονών, βοηθούσα κι εγώ στα χωράφια. Ξυπνούσα τη νύχτα να βάλω ένα χέρι στο μάζεμα των καπνών. Τα κάναμε αρμάθες και τα κρεμούσαμε στον ήλιο να ξεραθούν. Πάντα θυμάμαι με αγάπη και σεβασμό τον δάσκαλό μου στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Αγρινίου, έναν γελαστό άνθρωπο με πολλή αγάπη για τα μικρά παιδιά. Όταν πήγαινα στην Τρίτη Δημοτικού, μετακομίσαμε στο χωριό Δοκίμιο, τέσσερα χιλιόμετρα έξω από το Αγρίνιο. Εκεί οι δάσκαλοι ήταν περισσότερο βασανιστές παρά παιδαγωγοί. Χτυπούσαν τα δάχτυλα μας με τέσσερις βέργες, μέχρι που αυτά μάτωναν. Αγαπημένα μου μαθήματα ήταν τα φιλολογικά, ήθελα να γίνω και συγγραφέας, αλλά στη Β’ Γυμνασίου αναγκάστηκα να αφήσω το σχολείο για να έρθω στην Αθήνα για εργασία. Ήταν ο μόνος τρόπος να ξεφύγω από τη φτώχεια.
 
Έμενα με ένα θείο μου και έπιασα δουλειά σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Δούλευα δώδεκα ώρες την ημέρα. Εκεί εργάστηκα ένα χρόνο και, στη συνέχεια, μετακόμισα σε μία θεία μου, που μου φέρθηκε σαν πραγματική μητέρα. Δούλευα σε τρεις δουλειές, σε ένα καθαριστήριο, βοηθούσα στην κουζίνα και στο σερβίρισμα σε ένα εστιατόριο πολυτελείας στην Κυψέλη και πουλούσα τσιπς σε σινεμά. Στα 16 μου, μάλιστα, έφυγα από τη θεία μου και νοίκιασα μια γκαρσονιέρα στην Άνω Κυψέλη. Για ένα διάστημα δούλεψα και ως βοηθός σερβιτόρου στο ξενοδοχείο Caravel. Για οκτώ καλοκαίρια, εργαζόμουν και σε ξενοδοχεία στη Νέα Μάκρη. Στα είκοσί μου περίπου χρόνια, έπιασα δουλειά στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος ως ελασματουργός. Αντικαθιστούσαμε την παλιά λαμαρίνα με καινούρια. Έχω κάνει πάνω από 50 ταξίδια σε όλο τον κόσμο, από την Αίγυπτο ώς τις ΗΠΑ. Μια φορά, είχαμε μείνει στη Βραζιλία τεσσερισήμισι μήνες για να επισκευάσουμε ένα φορτηγό πλοίο που είχε πιάσει φωτιά, από τα πιο σύγχρονα τότε στον κόσμο. Του είχαμε αφαιρέσει όλο το μεσαίο τμήμα. Συνολικά, εργάστηκα στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη κοντά 25 χρόνια. Για λίγο καιρό, εργάστηκα στον υποσταθμό της ΔΕΗ στον Στράτο της Αιτωλοακαρνανίας, ενώ για οκτώ χρόνια, από το 1998 ώς το 2006, ζούσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με είχε πάρει τηλέφωνο ένας φίλος μου και μου είπε ότι αναζητούσαν οδηγούς σε οικοδομικούς γερανούς στο Λας Βέγκας. Τα μεροκάματα ήταν πολύ καλά, για αυτό και ξενιτεύτηκα. Δούλεψα έξι χρόνια στο Λας Βέγκας και άλλα δύο στην Αριζόνα.
 
Με την επιστροφή μου στην Ελλάδα, ξαναέπιασα δουλειά στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, εργαζόμουν για δύο χρόνια χωρίς σταματημό, μέχρι που ήρθε η κρίση το 2008 και απολυθήκαμε όλοι. Για περίπου έξι μήνες, δούλεψα στον Ασπρόπυργο, φτιάχναμε μεταλλικά καλούπια που πάνε κάτω από τις γέφυρες για να κρατήσουν το μπετόν. Κι εκεί, όμως, απέλυσαν όλους τους εργαζόμενους. Είχα γυρίσει όλα τα γραφεία εργολάβων στο Πέραμα και στον Πειραιά, δεν έβρισκα όμως πουθενά δουλειά. Έψαχνα  εργασία και ως διανομέας, αλλά δεν με έπαιρναν λόγω ηλικίας. Είχα, κυριολεκτικά, εξαθλιωθεί. Έπαιρνα φαγητό από τα συσσίτια των εκκλησιών, είχα αφήσει και χρέη. Από τα 35 μου, με είχε πιάσει μια μανία να γράφω, σκέψεις, ποιήματα, διηγήματα. Το γράψιμο υπήρξε για μένα αυτά τα χρόνια της κρίσης μια ανακούφιση και λύτρωση. Το 2016, έχασα και την αδερφή μου από καρκίνο. Ήμασταν σαν δίδυμοι, είχα σοκαριστεί. Ύστερα από χρόνια ανεργίας, το 2018, μέσω ενός οκτάμηνου προγράμματος, δούλεψα στο Τμήμα Πρασίνου του Δήμου Φυλής, το οποίο πήρε τετράμηνη παράταση. Ήρθα στη «σχεδία» στα τέλη Μαΐου. Έμαθα για το περιοδικό από την κοινωνική υπηρεσία του Δήμου Περιστερίου. Από τις πρώτες μέρες που φόρεσα το κόκκινο γιλέκο, δεν αισθανόμουν καμία ντροπή και συστολή παρά μονάχα υπερηφάνεια. Μια μέρα, ένιωθα σαν να είχα πει «καλημέρα» σε όλη την πόλη. Αισθάνεσαι ότι έχεις κάποιον να μιλήσεις, να πεις μια «καλημέρα», ένα «γεια σου». Εκείνοι που παίρνουν τη «σχεδία» είναι άνθρωποι με καλοσύνη και επίπεδο.