Jan. 29, 2014

«Χρειαζόµαστε ανθρώπους να ξεσηκώνουν τον κόσµο»! Συνέντευξη του Daniel Radcliffe στη Sylvia Patterson

Ο νεαρός σταρ μιλάει για  το αλκοόλ, τα μίντια, την απέχθειά του για τις πρεμιέρες και εξομολογείται πως μόνο στα γυρίσματα νιώθει απολύτως ασφαλής. 
 
Μόλις στα δέκα του χρόνια, ο Ντανιέλ Ράντκλιφ (Daniel Radcliffe) είδε τη φήμη και την περιουσία του να εκτοξεύονται, όταν επελέγη να υποδυθεί τον μικρό μάγο Χάρι Πότερ  στις κινηματογραφικές μεταφορές των ομώνυμων best sellers της J. K. Rowling, οι οποίες σημείωσαν τεράστια εμπορική επιτυχία. Τρία χρόνια μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας ταινίας του Χάρι Πότερ, o Ράντκλιφ προσπαθεί ακόμα να αποστασιοποιηθεί από αυτόν το ρόλο και να αποδείξει ότι είναι ένας σοβαρός ηθοποιός. Η τελευταία του απόπειρα έγινε με την ταινία «Σκότωσε τους αγαπημένους σου» («Kill Your Darlings», προβλήθηκε και στις «Νύχτες Πρεμιέρας» το περασμένο φθινόπωρο, όπου υποδύεται τον διάσημο beat ποιητή, Άλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg). Ο Ράντκλιφ μίλησε στη Sylvia Patterson του βρετανικού περιοδικού δρόμου «The Big Issue» για το πώς είναι να μεγαλώνεις ως διασημότητα, αλλά και για την αγάπη του για την υποκριτική. 
 
«Όχι ρε γαμώτο! Τι ήταν αυτό που είπε ο Μπόρις;»
 
 
Ο Ντάνιελ Ράντκλιφ βύθισε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του. Στα 24 του, ξόδεψε τα τελευταία τρία χρόνια μέσα από εξαντλητικά σκληρή δουλειά προσπαθώντας να αποστασιοποιηθεί από τη μεγαλύτερη εμπορική κινηματογραφική επιτυχία στην ιστορία. Και τώρα αυτός ο χοντροκομμένος (δήμαρχος του Λονδίνου) Μπόρις Τζόνσον (Boris Johnson) τα κατέστρεψε όλα, πηγαίνοντας στην Κίνα και προσπαθώντας να δελεάσει φοιτητές να επισκεφθούν την πόλη όπου είναι δήμαρχος, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ελάτε στο Λονδίνο, βγείτε ραντεβού με τον Χάρι Πότερ!».
 
 «Είναι εντελώς γελοίο», μουγκρίζει ο Ράντκλιφ χτυπώντας την παλάμη στα γυμνασμένα πόδια του πριν ξεσπάσει σε περισσότερες βρισιές για την «γαμημένη Posh Spice», απαντώντας στην αναφορά της στο πρόσωπό του ως «Χάρι Πότερ» σε μια τελετή απονομής βραβείων, όπου ο Ντάνιελ Ράντκλιφ κέρδισε το βραβείο του «Άνδρα της Χρονιάς».
 
«Αλλά ο Μπόρις Τζόνσον μπορεί να λέει ό,τι θέλει, και αυτό εμφανίζεται ως γοητευτικό», καταλήγει. «Είναι μια ακαταμάχητη δύναμη. Δεν τον ψήφισα, αλλά αν αυτό μόνο χρειάζεται για να έρθουν Κινέζοι να σπουδάσουν στην πόλη, κάτι που μόνο ωφέλιμο μπορεί να είναι για μας, Μπόρις, έχεις κάτι παραπάνω από το ελεύθερο για να συνεχίσεις να με “εκπορνεύεις”!»
 
Βρισκόμαστε στο επιβλητικό και μεγαλειώδες από την εποχή του 19ου αιώνα Corinthia Hotel του Λονδίνου, με έναν μοναχικό Ράντκλιφ να έχει «κουρνιάσει» σε μια καρέκλα στο τέλος μιας τεράστιας, γεμάτης εμπριμέ κουρτίνες, σκοτεινής και άδειας αίθουσας δεξιώσεων. Όντας από μόνος του μικρόσωμος, φαίνεται μικροσκοπικός και, κατά κάποιον τρόπο, παγιδευμένος. Κάθεται σε αυτή την καρέκλα για περισσότερες από 48 ώρες και δείχνει χαρούμενος από τα νέα που έρχονται από τον Μπόρις – είχε ανάγκη να γελάσει λίγο, υπομένοντας τα τελευταία του καθήκοντα για την προώθηση της ταινίας «Kill your Darlings», της αληθινής ιστορίας της εναρκτήριας σύγκρουσης του κινήματος των Beat ποιητών που άνθισε στα ‘50s, η οποία ξεκίνησε από το Πανεπιστήμιο Columbia κατά τη δεκαετία του ’40.
 
Ο Ράντκλιφ υποδύεται εντυπωσιακά τον έφηβο Άλεν Γκίνσμπεργκ ως έναν σχολαστικό και περίεργο παρατηρητή που ανακαλύπτει ταυτόχρονα την σεξουαλικότητά του και τις ανορθόδοξες λογοτεχνικές δυνάμεις, καθώς ξεσπά χάος εξαιτίας ενός φόνου (φορώντας παράλληλα καστανούς φακούς επαφής, οι οποίοι «ακυρώνουν» τον Χάρι Πότερ). Ο νεαρός «Dan», όπως είναι γνωστός, είναι μανιώδης καπνιστής, ακόμα και σε εσωτερικούς χώρους, δεν κάνει μορφασμούς και μιλάει τόσο μανιακά γρήγορα, σαν να επρόκειτο όσο πιο γρήγορα μιλάει τόσο πιο σύντομα να τελειώσει και αυτή η αγγαρεία. Όχι ότι το να προβάλει την ταινία του το θεωρεί ως αγγαρεία. «Αναμφίβολα είναι πιο εύκολο όταν είσαι πολύ περήφανος για μια ταινία», σχολιάζει, «όχι ότι δεν ήμουν περήφανος για όσα έχω κάνει μέχρι τώρα». 
 
 
Πόσο ενοχλητικό μπορεί να είναι άραγε, όταν το πολύπλευρο και αναδυόμενο ταλέντο του εξακολουθεί να επισκιάζεται από τη διασημότητά του και τα ΜΜΕ να επικεντρώνονται μόνο σε μία τυχαία ερωτική σκηνή, εστιάζοντας σε τίποτα περισσότερο από το περίγραμμα καλοσχηματισμένων οπισθίων; Είχε εκθέσει πολλά περισσότερα στο «Equus», όταν ήταν 17.
 
«Για μένα αυτό είναι το αποδεκτό πρόσωπο της ομοφοβίας», χλευάζει. «Ο κόσμος λέει “Λοιπόν, πώς ήταν η γκέι ερωτική σκηνή σου;” Και, ξέρεις, “ερωτική σκηνή” είναι μόνο μία, δεν υπάρχουν πολλών ειδών. Αλλά δεν με εκπλήσσει. Το ίδιο συνέβη και με το “Equus”. Αν ο κόσμος μπορεί να γράψει έναν τίτλο με τις λέξεις “Χάρι Πότερ” και “γυμνός” και “'gay sex”, θα το κάνει. Αλλά ελπίζω ότι ο κόσμος θα θέλει να δει μια ταινία για τους beat ποιητές και όχι μόνο μία φλογερή ερωτική σκηνή που τους έχουν πει ότι υπάρχει αλλά δεν θα τη δουν».
 
Αντίθετα με κάθε κατανοητό παράδοξο της showbiz –στρατοσφαιρική φήμη στην παιδική ηλικία, εξωφρενικό πλούτο και ενδιαφέρον από το γυναικείο φύλο σε μορφή χιονοστιβάδας–, ο Ντάνιελ Ράντκλιφ παραμένει ένας εξαιρετικός, συμπαθής, νεαρός άνδρας: έξυπνος, αστείος, ενθουσιώδης, αδηφάγος, πολύ διαβασμένος –είναι «σπασίκλας» με την ποίηση–, και ένα φημισμένο εργατικό παιδί που δουλεύει περισσότερες από 90 ώρες την εβδομάδα και σπάνια πάει διακοπές. Από την τελευταία μέρα γυρισμάτων του «Harry Potter» το 2010, έχει κάνει τέσσερις ταινίες, βρίσκεται αυτή την περίοδο στην διαδικασία παραγωγής άλλων δύο, έχει κάνει δύο τηλεοπτικές σειρές και πρωταγωνίστησε σε θεατρικές παραστάσεις τόσο στο Broadway όσο και στο West End. 
 
Δουλεύει τόσο σκληρά και απλώς λέει: «Επειδή αγαπώ αυτό που κάνω πιο πολύ από όσο μπορώ να το περιγράψω, θέλω να το κάνω για την υπόλοιπη ζωή μου». Δεν παραπονιέται ποτέ. Όπως οι νεαροί βασιλείς, έχει αποδεχθεί αυτόν τον επιβεβλημένο τίτλο του πρεσβευτή της Βρετανίας, και το γεγονός πως η δημόσια ζωή του είναι ένα ατέρμονο κόκκινο χαλί συναντήσεων και υποδοχών, χαμόγελων, χειραψιών, αυτογράφων, και πάντα κάνοντας το καλύτερο που μπορεί. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που, λόγω βιασύνης κυρίως, αρνείται ένα αυτόγραφο στο κοινό, βασανίζεται. «Θυμάμαι, η σκέψη του “τώρα θα νομίζει ότι είσαι ένα αρχίδι” με βασάνιζε όλη νύχτα». 
 
Είναι μοναδικός και για ακόμα ένα λόγο: Δεν έχει μόνο απόψεις, αλλά αρνείται να της αποσιωπήσει πίσω από τη θλιβερή διπλωματία των Δημοσίων Σχέσεων. Γνωστός για τις αριστερές φιλελεύθερες απόψεις του, δεν… κρατιέται για να ψηφίσει, αλλά δεν υπάρχει κάποιος που να βιάζεται να ψηφίσει υπέρ του. Την πρώτη φορά που ψήφισε ήταν «τόσο ενθουσιασμένος, ένιωθα ότι έμπαινα στην κοινωνία των ενηλίκων». Σήμερα είναι «χωρίς έμπνευση. Δεν είμαι οπαδός του Κάμερον, του Εντ Μίλιμπαντ, είναι… [υψώνει τους ώμους], δεν είμαι ευχαριστημένος. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να ξεσηκώνουν τον κόσμο, η πολιτική είναι πια τόσο συγκεντρωτική, και οι εκλογές δεν είναι καν ένα σημαντικό γεγονός».
 
Η δίκη για το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών της «News of the World» του ομίλου του Ρούπερτ Μέρντοχ έχει ξεκινήσει… «Υπάρχουν ακόμα δημοσιογράφοι, τους οποίους γνωρίζω προσωπικά, που πολλές φορές προσπάθησαν να με γαμήσουν όταν ήμουν ακόμα έφηβος», λέει με απόγνωση, μιλώντας για τις σχέσεις του με τους δημοσιογράφους. Ωστόσο, διαφωνεί με τη νομοθετική ρύθμιση (η οποία, μάλιστα, συνοδεύτηκε από βασιλικό διάταγμα) που ενισχύει τον εποπτικό ρόλο του κράτους και επιβάλλει αυστηρές κυρώσεις στον Τύπο όταν παραβιάζεται ο κώδικας δεοντολογίας. «Δεν μπορεί να είναι σωστό. Θα είχε ως αποτέλεσμα οι πολιτικοί να εκμεταλλεύονται το σύστημα, αφού θα μπορούν να επιβάλλουν αυστηρά πρόστιμα σε εφημερίδες κάθε φορά που θα γράφουν κάτι που εκείνοι δεν θα το ήθελαν». Άρα, ο Τύπος θα έπρεπε να παραμείνει πάντα αυτοελεγχόμενος και ελεύθερος; 
«Εννοείται!» αναφέρει με σιγουριά. «Α-πό-λυ-τα. Δεν ευθύνονται όλες οι εφημερίδες για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Μπορούν να γίνουν πολλά για να εξακριβωθεί αν κάτι που γράφτηκε είναι αληθινό, αλλά μια ελεύθερη εφημερίδα είναι τελικά ό,τι πιο σημαντικό. Είναι από τα πράγματα που κάνουν αυτή τη χώρα φανταστική». 
 
Είναι χαρακτηριστικό των σταθερών αξιών του Ράντκλιφ το γεγονός ότι λέει όλα αυτά παρά τα προσωπικά του τραύματα από τα ταμπλόιντς. Γύρω στο 2009, τον αποκάλεσαν ως «Χάρι ο μέθυσος» («Harry Blotto) σε ρεπορτάζ αναφερόμενα σε ξέφρενες νύχτες που γύριζε σπίτι μεθυσμένος. Όμως, κανένας πηχυαίος τίτλος δεν ανέφερε ότι ο τότε πιο διάσημος έφηβος του πλανήτη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν πληθωρικό έφηβο που απλώς ξεφάντωνε. 
 
Το 2011, ανακοίνωσε ότι έχει κόψει εντελώς το αλκοόλ από τον Αύγουστο του 2010, σε ηλικίας μόλις 21 ετών, αφού πέρασε οκτώ ώρες σε φορείο, μετά από μια λιποθυμία. Ήταν ένα κομβικό σημείο. Ήταν η στιγμή της παραδοχής  ότι ήταν εθισμένος στο αλκοόλ. Το έκοψε χωρίς να χρειαστεί να παρακολουθήσει κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης, αλλά με πολλή βοήθεια και ενθάρρυνση από φίλους του. 
 
Σε μια τηλεφωνική μας συνομιλία στις αρχές του 2012, ένιωσα πως βρέθηκα στη δύσκολη δημοσιογραφικά θέση να προσπαθώ να πείσω τον  Ντάνιελ Ράντκλιφ, ο οποίος ισχυριζόταν πως ήταν στην πραγματικότητα ένας αλκοολικός, κάτι που έμοιαζε με μία υπερβολική αντίδραση. Ποιος νεαρός από τα 18 ώς τα 21 δεν έχει πιει τόσο πολύ, που να μην φτάνει σε επίπεδα λιποθυμίας; Όμως, όχι, επέμενε, «έτσι ακριβώς βλέπω τον εαυτό μου». 
 
 
Παρ’ όλ’ αυτά, παραμένει το μοναδικό παιδί σταρ που δεν κατέρρευσε ψυχολογικά και αυτός που τις τελευταίες 48 ώρες τον ρωτούν πώς κατάφερε να μην γίνει… Justin Bieber. 
 
«Επειδή δεν έχω καταρρεύσει δημόσια», παραδέχεται, «ο κόσμος πιστεύει ότι εγώ, ο Rupert και η Emma (συμπρωταγωνιστές στου στις ταινίες του Χάρι Πότερ) είμαστε αυθεντίες στο πώς να είμαστε καλά, κάτι που δεν ισχύει καθόλου». Αναρωτιέμαι αν θεωρεί περίεργο το γεγονός ότι κανένας δεν ήθελε παρτίδες μαζί του τα χρόνια που ήταν ο «Χάρι ο μέθυσος», κάτι που ήταν πρωτοφανές και εντυπωσιακό. 
 
«Το θέμα είναι ότι δεν έχεις δει ούτε τα μισά από αυτό», απαντά διφορούμενα. «Λοιπόν, το θέμα είναι… πως όχι ο καθένας… [τεράστιος αναστεναγμός]. Πώς να το πω χωρίς να μπλέξω πάλι; Έπρεπε να δώσω άλλες μάχες για πράγματα που κανένας δεν γνωρίζει. Και…το ζήτημα με το ποτό… ΟΚ. Σβήσε όλα όσα έχω πει μέχρι τώρα και ξεκινάμε από εδώ. Βασικά, περίπου εκείνη την περίοδο, μία εφημερίδα μου έριξε μερικά ύπουλα χτυπήματα. Στην προσπάθειά της να μου ρίξει περισσότερη λάσπη, πήγαιναν σε φίλους μου και τους έδιναν χρήματα, τα οποία προφανώς και δεν πήραν. Όλα αυτά τα περίεργα πράγματα που ακούς συμβαίνουν. Είναι από τους λόγους που προσπαθώ να μην μιλώ για το ποτό, γιατί προκαλεί συνήθως μια αντίδραση περίπου “Ω, πώς μπορούμε να το αναμοχλεύσουμε περισσότερο αυτό;”.
 
 Ήμουν ένας έφηβος που έκανε τα λάθη του στην πορεία. Και το γεγονός ότι μερικά από αυτά τα έπεσαν ή θα μπορούσε ο Τύπος να μου τα χρεώσει ήταν τρομακτικό. Δεν θα το ευχόμουν ούτε στον χειρότερο εχθρό μου. Ξέρεις, μακάρι να μπορούσα να σου μιλήσω μόνο για ταινίες. Έχω ανάγκη να είμαι απλώς ένας ηθοποιός. Δεν με ενδιαφέρει να είμαι μια διασημότητα». 
 
Με τον Ντάνιελ Ράντκλιφ έχεις την εντύπωση ότι δεν του είναι και πολύ διασκεδαστικό να είναι τόσο διάσημος. Το γεγονός ότι μπορεί να ζει την προσωπική του ζωή σε χαμηλούς τόνους τόσο στο Λονδίνο όσο και στη Νέα Υόρκη μοιάζει με θαύμα. «Η ζωή μου ήταν αρκετά ακραία και παράξενη», σημειώνει, «αλλά τώρα έχω ηρεμήσει αρκετά!» Τώρα πια, έχει ξαπλώσει στη πλάτη της καρέκλας του, έχοντας χαλαρώσει, αφού και οι σημερινές υποχρεώσεις έχουν σχεδόν τελειώσει. Σε λίγες ώρες, ακολουθούσε μια ακόμη (η έβδομη κατά σειρά) πρεμιέρα του «Σκότωσε τους αγαπημένους σου».
 
«Δεν θα έπρεπε να σου το πω αυτό», σιγοψιθυρίζει, «αλλά γενικά πάντα σιχαινόμουν τις πρεμιέρες. Οι πρεμιέρες είναι τρομακτικές. Βγαίνεις από το αυτοκίνητο, υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που ουρλιάζουν, και οι φωνές μέσα στο κεφάλι σου λένε “Θεέ μου, δεν θα μπορέσω ποτέ να ζήσω έτσι. Θα υπογράψω όσο πιο πολλά αυτόγραφα μπορώ και θα μπω μέσα”. Αισθάνομαι ότι ίσως θα έπρεπε να τραγουδήσω ένα τραγούδι ή κάτι τέτοιο! Δεν ξέρω τι να κάνω. Αμέσως μετά, τα πάρτι, είμαι συνέχεια, [νευρικά] “Χαίρω πολύ που σας γνωρίζω”, μια διαδικασία γνωριμίας ανθρώπων, για κάποιους από τους οποίους είσαι ενθουσιασμένος, για κάποιους πάλι όχι. Έτσι, για την ώρα, σκέφτομαι μόνο πως σε έξι εβδομάδες θα είμαι πάλι στα γυρίσματα. Και τότε, η ζωή μου θα έχει γίνει και πάλι απλή». 
 
Το σκηνικό της ταινίας, λοιπόν, εκεί που τα φώτα είναι πιο λαμπρά και οι κάμερες μεγαλύτερες, είναι το δικό του καταφύγιο.
 
«Ω  ναι, απόλυτα», μου γνέφει. «Φαντάσου πως θα ήταν αν κάθε δουλειά σου έφερνε αναμνήσεις από το πατρικό σου σπίτι; Ξεκίνησα στα κινηματογραφικά πλατό (σε ηλικία 10 χρονών), όπου υπήρχαν φώτα, κάμερες, ένας γερανός, ένα τροχήλατο, ό, τι να’ναι. Μπορώ να πάω σε οποιοδήποτε κινηματογραφικό πλατό στον κόσμο, και όλα αυτά τα ίδια πράγματα θα βρίσκονται εκεί. Καταλαβαίνω πως λειτουργεί όλο αυτό. Γι’ αυτό, είναι ένα μέρος όπου αισθάνομαι απόλυτα άνετα. Και κανένας δεν μου ζητάει αυτόγραφα».
 
Οι ψυχολόγοι θα έλεγαν ότι είναι το μόνο μέρος όπου αισθάνεσαι ασφαλής, καθώς είναι το μόνο μέρος στον κόσμο που μπορείς να έχεις τον έλεγχο.
 
«Απόλυτα!»
 
Και είναι εκεί έξω (κοιτάμε στο παράθυρο) όπου βρίσκεται η παράνοια. 
 
«Αυτό είναι το θέμα! Το να κυκλοφορώ στο δρόμο είναι η πιο τρομακτική άσκηση για μένα». 
 
Δύο ώρες αργότερα, στην Leicester Square, ο Ντάνιελ Ράντκλιφ λούζεται για μία ακόμα φορά από το ασημένιο τσουνάμι των φώτων των παπαράτσι. Είναι κομψός, φορώντας γραβάτα, χαμογελώντας σε όλους, υπογράφοντας βιαστικά αυτόγραφα, κάνοντας το καλύτερο, αναρωτώμενος αν θα έπρεπε να τραγουδήσει ένα τραγούδι, μετρώντας αντίστροφα τις μέρες μέχρι να επιστρέψει σε ένα κινηματογραφικό πλατό, μακριά από την τρομοκρατία της καθημερινότητας. 
 

Issue Articles