Feb. 26, 2014

Συναντήσεις του Σπύρου Ζωνάκη

Ο Πετρολούκας Χαλκιάς, 80 ετών, είναι ο σπουδαιότερος κλαρινίστας της Ελλάδας. Ο Αντώνη Κυρίτσης, 68 ετών, είναι τραγουδιστής και επί 35 χρόνια συνεργάτης του.
 
ΠΕΤΡΟΛΟΥΚΑΣ: Γεννήθηκα το 1934 στο Δελβινάκι της Ηπείρου. Επί πέντε γενιές, η οικογένειά μου έβγαζε κλαρινίστες. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να γίνω μουσικός. Από 11 χρονών με έβαλε να δουλεύω σε συνεργείο αυτοκινήτων στα Γιάννενα. Εμένα, όμως, ο ήχος του κλαρίνου κυλούσε στο αίμα μου.  Ο παππούς μου, βλέποντας το ταλέντο μου, μ’ έστειλε να μαθητεύσω δίπλα στον μεγάλο δάσκαλο Φίλιππα Ρούντα. Σε μια πρόβα, με άκουσε ένας παρουσιαστής και μου ζήτησε να παίξω στη ραδιοφωνική του εκπομπή. Κάπως έτσι ξεκίνησε η καριέρα μου. Όταν κυκλοφόρησα σε δίσκο τα πρώτα μου τραγούδια στη «Music Box», βρέθηκε μια εταιρεία στην Αμερική η οποία με προσκάλεσε να ηχογραφήσω κάποιο δίσκο και εκεί. Έτσι, ξενιτεύτηκα  το 1960  κι έμεινα είκοσι χρόνια στη Νέα Υόρκη. Έπαιζα ηπειρώτικα μοιρολόγια χωρίς καμία προσπάθεια να τα μεταλλάξω. Όπως τα είχα μάθει στον τόπο μου. Στο μαγαζί ερχόντουσαν άνθρωποι από όλο τον κόσμο. Άκουγαν σιωπηλοί κι έκλαιγαν. Με την επιστροφή μου από την Αμερική, το 1979, θα γνωρίσω τον Αντώνη. Τραγουδούσε τότε σ’ ένα ηπειρώτικο κέντρο  στην Αθήνα, τη «Τζαβέλαινα». Με εντυπωσίασε το γεγονός ότι κρατούσε ατόφια όλα τα παραδοσιακά ηπειρώτικα ακούσματα, σκάρους, πωγωνίσια, μοιρολόγια, τη στιγμή που οι περισσότεροι μουσικοί  είχαν αλλάξει τους ρυθμούς και είχαν νοθεύσει τις ηπειρώτικες μελωδίες. Το απαλό και ήπιο ύφος του διέθετε άφθαστο λυρισμό και δεξιοτεχνία. Στον τρόπο ερμηνείας του καθρεφτιζόταν, επιπλέον, το ήθος και η ευγένεια της ψυχής του. Διαπίστωσα ότι ήταν ο ιδανικότερος ερμηνευτής για να συνεργαστώ μαζί του. Έτσι κι έγινε. Ξεκινήσαμε μια συμπόρευση που συνεχίζεται ανελλιπώς επί 35 χρόνια, ενώ αναπτύξαμε και μια σχέση βαθιάς επικοινωνίας και ψυχικής επαφής. Ο Αντώνης έχει τη σπάνια ικανότητα να διεισδύει σε βάθος στην ψυχολογία των ηπειρώτικων μοιρολογιών, αναδεικνύοντας μοναδικά με τη φωνή του τα συναισθήματα που βγάζουν, τον πόνο, την αγάπη, τη ξενιτιά. Τα μοιρολόγια δεν είναι μόνο του θανάτου. Εμείς στην Ήπειρο δίνουμε ευχές μέσα από ένα μοιρολόι. Ο Αντώνης είναι, πραγματικά, ο μεγαλύτερος ερμηνευτής του δημοτικού μας τραγουδιού  και ο μόνος που μπορεί να εκφράσει τα ιδιαίτερα χρώματα όλων των μουσικών παραδόσεων της χώρας μας, από τα θρακιώτικα και τα μακεδονίτικα μέχρι τα σμυρνέικα και τα κρητικά. Έχουμε γράψει μαζί πάνω από χίλια τραγούδια, όχι μόνο ηπειρώτικα αλλά και θεσσαλικά μπεράτια, τσάμικα, σαρακατσάνικα. Επιδιώκουμε μέσα από τους στίχους μας να μιλήσουμε για τη ζωή με προσοχή,  σεβασμό και αξιοπρέπεια, χωρίς να ξεφεύγουμε από το πνεύμα της παράδοσης, ούτε να χρησιμοποιούμε λόγια που προσβάλλουν την κοινωνία, όπως κάνουν ολοένα και περισσότεροι μουσικοί, σήμερα. Όλα αυτά τα χρόνια, η αγάπη του κόσμου μάς έχει καταξιώσει ως δίδυμο. Περιοδεύουμε σε γλέντια, σε πανηγύρια, σε κάθε γωνιά της χώρας, αλλά και όπου υπάρχει Ελληνισμός, στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, το Βέλγιο. Κορυφαία στιγμή  της κοινής μας διαδρομής, όμως, ήταν η σύμπραξή μας, το 2001, τo 2002 και το 2005, με ινδούς  και αφρικανούς μουσικούς, παντρεύοντας τα ελληνικά παράπονα με τα παράπονα όλου του άλλου κόσμου. Όταν παίξαμε με τον Αντώνη ένα ηπειρώτικο μοιρολόι, ο ινδός πρέσβης γονάτισε και προσευχόταν, γιατί, όπως είπε, με αυτές τις μελωδίες οι Ινδοί προσεύχονται από τα χρόνια του Μεγαλέξανδρου. Η πεντατονική κλίμακα που έχουμε εμείς οι Ηπειρώτες είναι αρχαία ελληνική μουσική. Σ' εμάς, βέβαια, με το πέρασμα του χρόνου, οι διάφορες γενιές βάλανε κι από ένα πετραδάκι, και έφτασε η μουσική μας εδώ που είναι. Εκείνοι έχουν τις κολόνες τις παλιές. Μοναδική μας έγνοια με τον Αντώνη είναι  να  συνεχίσουμε το έργο μας για τη διάδοση και τη διάσωση του δημοτικού μας τραγουδιού. Ελπίζω να το καταφέρουμε.
 
ΑΝΤΩΝΗΣ: Το 1978 βρισκόμουν για περιοδεία στο Δελβινάκι. Κάποιοι συγχωριανοί του Πετρολούκα μού είπαν –πριν ακόμα τον γνωρίσω– ότι  μονάχα με εκείνον ταιριάζω, καθώς είμαστε και οι δύο ήπιων τόνων, τόσο στο παίξιμο όσο και ως χαρακτήρες. Όταν γύρισε την επόμενη χρονιά από την Αμερική και μου έκανε την πρόταση συνεργασίας, ήταν σαν όνειρο για μένα.  Μαζί και με τον αδερφό του τον Αχιλλέα, που έπαιζε βιολί, φτιάξαμε την «Ηπειρώτικη Κομπανία». Η χημεία μας κόλλησε αμέσως. Μελετήσαμε ήρεμα τα πράγματα, όχι βιαστικά, και μέχρι σήμερα υπάρχει  μεταξύ μας ο σεβασμός και το μεράκι της δημιουργίας. Ο Πετρολούκας είναι ο πατριάρχης της δημοτικής μας μουσικής. Στο κλαρίνο του αναστενάζει, δακρύζει, μοιρολογά, χαμογελά και χορεύει  ολόκληρη η Ελλάδα.  Μάλιστα,  όταν είχε πρωτοπάει στις ΗΠΑ, η δήλωσή του πως κανείς δεν μπορεί να παίξει σαν αυτόν είχε προκαλέσει αναστάτωση στο σωματείο αμερικανών μουσικών. Παρεξηγήθηκαν και ήθελαν να τον διώξουν. Για να μην απελαθεί, χρειάστηκε να παίξει μπροστά στον πρόεδρο της Υπηρεσίας Μετανάστευσης,  δίπλα στους καλύτερους μουσικούς  της  Αμερικής. Το αποτέλεσμα ήταν να του χορηγηθεί άμεσα η αμερικανική υπηκοότητα, αλλά κι ένα κάδρο που είναι κρεμασμένο ακόμη και σήμερα στα γραφεία του σωματείου με τη φωτογραφία του και τη λεζάντα «Ο άνθρωπος που έκανε άνω κάτω 8 εκατομμύρια μουσικούς». Όταν ο Μπένι Γκούντμαν και ο Λούις Άρμστρονγκ τον άκουσαν να παίζει, μαγεύτηκαν. Έμειναν κατάπληκτοι από το ότι δεν είχε αναλόγιο μπροστά του. Όταν τους εξήγησε ότι είναι πρακτικός και δεν διαβάζει νότες, του είπαν πως, αν γνώριζε και μουσική, θα είχε αλλάξει τους νόμους της. Ο ίδιος ο Richard Finch αντέγραψε λίγα μέτρα από το σολάρισμά του σε μια απλή πωγωνίσια μελωδία, τονίζοντάς του πως από αυτό το τραγουδάκι θα πουληθούν εκατομμύρια δίσκοι. Κι έφτιαξε την επιτυχία «That’s the way I like it».  Σε ένα ταξίδι στην Αλβανία  το ’80 ή ‘81, επί Χότζα, με το πρώτο σόλο του Πετρολούκα, ο υπουργός Παιδείας της Αλβανίας έβαλε τα κλάματα. Τελικά, αποδείχθηκε ότι ήταν Έλληνας. Ο Πετρολούκας έχει τη μοναδική ικανότητα, εμπνεόμενος από τους ήχους της ηπειρώτικης φύσης και τις αναμνήσεις του, να αυτοσχεδιάζει ανάλογα με το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκεται και να μην παίζει ποτέ το ίδιο κομμάτι. Αλησμόνητο θα μου μείνει πως όταν έγραφε στο στούντιο τα «Μοιρολόγια και γυρίσματα» έτυχε να βρίσκεται εκεί ένας ξένος λαογράφος, ο  οποίος λέει στους τεχνικούς: «Αυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να μεταμορφώνει σε ήχους ό,τι βλέπει το μάτι του». Για να το αποδείξει, μπαίνει στο στούντιο και λέει στον Πετρολούκα: «Θα σου δώσω μια εικόνα κι εσύ θα την κάνεις ήχο. Να δούμε τι θα βγει. Φαντάσου ότι βρίσκεται μπροστά σου ο Τάσος Χαλκιάς κι εσύ τον αποχαιρετάς με το κλαρίνο». Τους έβγαλε όλους έξω, ήπιε δύο γουλιές, έκλεισε τα μάτια του, και βγήκε αυτό που υπάρχει στο δίσκο. Για πολλά χρόνια, ο Πετρολούκας έπαιρνε ένα μαγνητόφωνο και έγραφε ό,τι έπαιζε. Όταν τελείωνε, πήγαινε στο κρεβάτι κι έβαζε το μαγνητόφωνο. Καθρέφτιζε τον εγκέφαλό του. Ξαναμελετούσε τα ίδια του τα έργα που έβγαιναν αυθόρμητα. Το μεγάλο όνειρο του Πετρολούκα  είναι να  μεταδώσει τα ηπειρώτικα παραδοσιακά τραγούδια στους νεότερους, όπως τα πήρε κι εκείνος από τους παλαιότερους. Οι Αμερικανοί προσφέρθηκαν να του ανοίξουν σχολή για να διδάξει κλαρίνο, εκείνος, όμως, αρνήθηκε, φοβούμενος πως μετά από πενήντα, εκατό χρόνια μπορεί να πούνε ότι αυτά είναι δικά τους. Ευτυχώς, έχει μεταβιβάσει την οικογενειακή παράδοση στο γιο του τον Χαράλαμπο και τον εγγονό του τον Πέτρο.
 
Το μόνο που επιθυμώ είναι να βρίσκομαι στο πλάι του μεγάλου μου δασκάλου, υπηρετώντας, όσο αντέχουμε, τη δημοτική μουσική μας κληρονομιά.
 

Issue Articles