Sept. 9, 2014

Χρήστος Γιανναράς – 54 ετών

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην περιοχή του Πειραιά. Εργαζόμουν ως επιπλοποιός σε μία εταιρεία που κατασκεύαζε ιατρικά μηχανήματα και εξοπλισμούς. Ζούσα με την μητέρα μου που έπαιρνε μια πενιχρή σύνταξη του ΟΓΑ και με τη δική μου δουλειά τα βγάζαμε πέρα. Έπειτα από λίγο καιρό, η εταιρεία που εργαζόμουν έκλεισε και η δουλειά μου σταμάτησε. Βρήκα αλλού δουλειές, όμως, η μητέρα μου εμφάνισε σοβαρά προβλήματα  υγείας και έπρεπε να την υποστηρίξω. Εξαιτίας των συχνών απουσιών μου έχασα δύο φορές την δουλειά μου. Η μητέρα μου χρειάστηκε να κάνει μια σοβαρή επέμβαση στην καρδιά της και , παρόλο που οι γιατροί μου είπαν ότι τα πράγματα ήταν δύσκολα, δεν δίστασα και έδωσα όλες μου τις οικονομίες για να την βοηθήσω. Δυστυχώς, όμως, η καρδιά της δεν άντεξε, έπαθε ανακοπή και την έχασα. Ήταν το 2007. Χωρίς να έχω σταθερή δουλειά άρχισα να δυσκολεύομαι να τα φέρω βόλτα στο σπίτι. Μπήκα στο ταμείο ανεργίας για ένα χρόνο και έπαιρνα 400 ευρώ, όμως, με αυτά, τι να πρωτοκαλύψω; Έκανα ο,τι μεροκάματα προέκυπταν, καθάριζα σκάλες, μοίραζα φυλλάδια, δούλεψα για μερικούς μήνες ως λαντζέρης σε μαγειρείο. Οτιδήποτε εκτός από επαιτεία.

Τα πράγματα δυσκόλεψαν περισσότερο και άρχισα να χρωστάω το ένα νοίκι μετά το άλλο. Έφτασα να χρωστώ περίπου ένα χρόνο, ενώ και το ρεύμα μου είχε κοπεί για μήνες. Ήμουν μέσα στο σπίτι με κεριά σαν τον τυφλοπόντικα. Ευτυχώς, είχα μια μπουκάλα πετρογκάζ και μαγείρευα. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού μου έστειλε χαρτί για έξωση, όμως, συμβουλεύτηκα ειδικούς και μου είπαν πως επειδή στο σπίτι αυτό έμενα περίπου 40 χρόνια, ο νόμος με προστατεύει ακόμα. Κάποια στιγμή, όμως, ένιωσα ανασφάλεια ότι μπορεί να μείνω στο δρόμο.

Ήμουν σε απόγνωση, αλλά επέλεξα να μην ζητήσω βοήθεια ούτε από φιλους ούτε από τα αδέρφια μου που δεν έχουμε και τις καλύτερες σχέσεις. Είπα θα το παλέψω μόνος μου και όσο αντέξω. Τότε είδα για πρώτη φορά τη «σχεδία» στον ηλεκτρικό του Πειραιά. Ρώτησα τον πωλητή αν μπορούσανα έρθω. Μου είπε πως ναι και μου έδωσε τη διεύθυνση, όμως, την έχασα. Αργότερα, όμως, συνάντησα στο συσσίτιο έναν πωλητή με τον οποίο γνωριζόμασταν από παλιά και με έφερε αμέσως σε επαφή. Μετά από λίγο καιρό ξεκίνησα. Είδα ότι με αυτό το περιοδικό μπορώ να βγάλω κάποιο εισόδημα να καλύψω κάποιες βασικές ανάγκες. Σκέφτηκα πως θα πάω να ξεκινήσω μήπως και ορθοποδήσω. Και όντως, έτσι έγινε και δοξάζω το Θεό γι’ αυτό.

Από την πρώτη στιγμή που έπιασα χρήματα στα χέρια μου είχα στο μυαλό μου να αρχίσω να καλύπτω υποχρεώσεις. Πλήρωσα το ρεύμα να μου το ξανασυνδέσουν και μίλησα με τον ιδιοκτήτη να του δίνω λίγα λίγα, ώστε να καλύψω το χρέος στα ενοίκια. Συμφώνησε να μου κάνει και μια μικρή μείωση κι έτσι κατάφερα να το βάλω σε μια σειρά. Είμαι λίγο περισσότερο από έναν χρόνο στη «σχεδία» και ήδη με  αυτά τα λίγα χρήματα που βγάζω κατάφερα να τα ξεχρεώσω όλα. Έτυχε και μέρα που την έβγαλα μόνο με ψωμί κα ντομάτα για να καλύψω υποχρεώσεις μου, αλλά έμεινα πιστός στον στόχο μου.

Την πρώτη μέρα είχα τρομερή ανασφάλεια. Θυμάμαι ήμουν στο πόστο που σημερα έχω καταφέρει να κάνω μόνιμο, στον πεζόδρομο Σωτήρος Διός στον Πειραιά. Όταν στάθηκα εκεί, ήμουν λίγο κουμπωμένος. Το πρώτο μου περιοδικό το αγόρασε μια ηλικιωμένη κυρία που μου ευχήθηκε καλή δύναμη για την προσπάθεια και έτσι πήρα θάρρος. Από την επόμενη μέρα άρχισα να πηγαίνω καλύτερα. Μέρα που δεν έχω δώσει τίποτα δεν υπάρχει. Ακόμα κι αν δεν πάω καλά, θα προσπαθήσω να πάω την επόμενη μέρα καλύτερα.

Γνωρίζω ότι κάνω μια δουλειά που έχει το ρίσκο και τις δυσκολίες της, όμως, δεν το παρατώ. Δουλεύω όλες τις μέρες και προσπαθώ να ορθοποδήσω.  Σκέφτομαι μήπως βρω μια δουλειά σταθερή, θα έκανα οτιδήποτε. Ψάχνω, αλλά δεν βρίσκω, γιατί πια η ηλικία παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Όταν ζητώ δουλειά μου λένε ότι είμαι μεγάλος και με διώχνουν. Είμαι συνεχώς στα ΘΑ και στο περίμενε.

Με την επαφή με τον κόσμο δεν είχα ποτέ προβλήματα. Από την δουλειά μου είχα το επικοινωνιακό κομμάτι, αυτό που μου έλειπε ήταν η εμπειρία του δρόμου. Αλλά, αγκάλιασα τον κόσμο και με αντιμετώπισε με αγάπη και σεβασμό. Έχω δει ότι έρχονται άνθρωποι να το πάρουν από μένα επειδή με συμπαθούν. Με τον καιρό κατάφερα να έρχονται σταθερά αναγνώστες και να περιμένουν να πάρουν από μένα. Κάποια κυρία μου είπε ότι το πρώτο περιοδικό το πήρε από μένα και στη συνέχεια έγινε τακτική αναγνώστρια.

Ακόμα κι αν δεν ήμουν πωλητής, θα διάβαζα το περιοδικό. Είναι αξιοπρεπές και αισιόδοξο, έχει κείμενα που δίνουν εμπειρίες από τη ζωή και η πρώτη μου δουλειά όταν πάω σπίτι είναι να το διαβάσω. Είμαι πολύ ευχαριστημένος γιατί γνώρισα κόσμο στο περιοδικό που δεν περίμενα ποτέ  να γνωρίσω. Υπέροχους ανθρώπους, οικογενειάρχες και μου έρχεται μια αγαλλίαση για το ότι το περιοδικό το παίρνουν άνθρωποι αξιοπρεπείς και σοβαροί.

Τα βλέμματά μας αντανακλούν  τα συναισθήματα κι έτσι πια με τον αναγνώστη υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση.