May 29, 2013

Χάρης Λεβάκης, 50 ετών

«Καμιά φορά η ζωή στα γυρίζει τόσο απότομα που δεν καταλαβαίνεις πως βρέθηκες στο δρόμο. Έτσι κι εγώ, ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει πως από τη μια μέρα στην άλλη έχασα τα πάντα. Εργαζόμουν ως μηχανικός μοτοσικλετών, ενώ παράλληλα ήμουν ο κιθαρίστας ενός από τα πιο γνωστά ελληνικά συγκροτήματα, των Nightstalker, με πολλές ζωντανές εμφανίσεις και συναυλίες σε ιστορικά μαγαζιά, περιοδείες και μια γενικά στρωμένη ζωή. Παρ’ όλα αυτά δικό μου δεν είχα απολύτως τίποτα, κι έτσι όταν έχασα τους γονείς μου βρέθηκα στο δρόμο. Δεν κατάλαβα πως έγινε, αλλά προσπάθησα να το διορθώσω. Όμως έχασα τη δουλειά μου, η μουσική πλέον δεν με κάλυπτε κι έτσι το πράγμα ζόρισε πολύ. Είχα σχέση με μια κοπέλα, η οποία αποφάσισε να γυρίσει στη Γερμανία από όπου καταγόταν. Μου ζήτησε να την ακολουθήσω, όμως κι εκεί τα πράγματα ήταν δύσκολα. Στη Γερμανία ήμουν διπλά ανεπιθύμητος. Έζησα ως άστεγος για περισσότερα από δύο χρόνια σε πολύ σκληρές συνθήκες και μόλις η σχέση μου με την κοπέλα τελείωσε, αποφάσισα να γυρίσω στην Ελλάδα. Δεν είχα όμως καθόλου χρήματα κι έτσι έπαιζα κιθάρα στους δρόμους για να μαζέψω για τα εισιτήρια, ώστε να ταξιδέψω με λεωφορεία, ενώ έκανα και πολύ ωτοστόπ. Όταν έφτασα στην Ανκόνα δεν είχα ούτε ένα σεντ για να βγάλω εισιτήριο. Προσπάθησα να γυρίσω πίσω, να βρω την ελληνική πρεσβεία μήπως με βοηθήσει να επιστρέψω στην Ελλάδα. Άρχισα να περιπλανιέμαι σε όλη τη χώρα. Καθώς δεν είχα χρήματα για εισιτήριο λεωφορείου ή τρένου και μέχρι να βρεθώ στην πρεσβεία πανικοβλήθηκα. Καμιά φορά λέω ότι έκανα τουρισμό χωρίς να το θέλω, αλλά δεν είναι έτσι. Πέρασα πολύ δύσκολα, με κυνηγούσαν καραμπινιέρι, έμεινα στο κρύο και τη βροχή. Κάποτε, τα κατάφερα να γυρίσω, αλλά δεν είχα κάπου να πιαστώ. Πήγα σε ξενώνες του Δήμου για να ζητήσω στέγη, αλλά δεν με δέχονταν. «Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για σένα» είναι η μόνιμη απάντησή τους, αλλά κανένας δεν μου εξηγεί το γιατί.

Η ζωή στο δρόμο είναι πολύ σκληρή. Έχω δει πολλά άγρια πράγματα και δεν θέλω να μείνω για πολύ. Η «σχεδία» ήρθε στην κατάλληλη στιγμή. Συνάντησα κάποιον παλιό φίλο που ήταν πωλητής και πήγα κι εγώ. Είναι μια καλή αρχή, αλλά δε μπορώ να επαναπαυθώ. Μπορώ να βγάζω κάποια χρήματα για να διεκδικήσω με καλύτερους όρους μια δουλειά και αξιοπρέπεια. Δεν θέλω τίποτα άλλο. Η «σχεδία» είναι μεγάλη βοήθεια, αλλά δε θέλω να μείνω μόνο σε αυτό. Κάποιες φορές σκέφτομαι να πάω και σε μοναστήρι. Όχι από ανάγκη, αλλά γιατί μέσα από όσα έζησα τόσα χρόνια στο δρόμο, κατάλαβα πως υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη που με βοήθησε. Έχω υποχρέωση να ανταποδώσω αυτή τη βοήθεια. Και με τη «σχεδία» νομίζω ότι κάνω το πρώτο βήμα.

Συνέντευξη στον Γιώργο Αράπογλου