May 25, 2016

Στέλλα Μαυρίδου, 59 ετών

Για χρόνια ήμουν αποκλεισμένη από τον κόσμο λόγω της κακής ζωής που είχα. Τώρα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει και είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό. Είμαι από τις Σέρρες. Έφυγα από το σπίτι μου πολύ μικρή γιατί δεν είχα καλή οικογενειακή ζωή. Ο πατέρας μου ήταν άρρωστος με το αλκοόλ. Ήταν βίαιος και κακός και αυτό αρρώστησε και τη μάνα μου. Ο αδερφός μου είναι άτομο με αναπηρία. Η μεγάλη μου αδερφή παντρεύτηκε και έφυγε από το σπίτι. Επειδή ήμουν μικρή, δεν καταλάβαινα την επιλογή της και δεν μπόρεσα να διαχειριστώ την κατάσταση. Πήγαινα στο βουνό για να γλιτώσω. Στα οκτώ μου έκανα απόπειρα αυτοκτονίας. Μόλις τελείωσα το Δημοτικό, ο μπαμπάς μου με έβαλε σε ένα εργοστάσιο να δουλέψω, παρόλο που ο δάσκαλος επέμενε να με στείλουν στο Γυμνάσιο επειδή ήμουν καλή στα γράμματα. Έφυγα 13,5 ετών από το σπίτι. Δούλεψα νύχτα σε καφετέρια και έλεγα ψέμματα ότι ήμουν 18. Μια μέρα ήρθε το Ανηλίκων και νόμιζαν ότι εκδιδόμουν. Ήρθα με την Ασφάλεια σπίτι μου, τους έδειξα που έμενα και κατάλαβαν γιατί ήθελα να φύγω. Θέλησαν να με βοηθήσουν και με έβαλαν να δουλέψω σε μια καφετέρια που είχε ένας αστυνομικός, για να με προστατεύουν κιόλας. Εκεί, με είδε κάποιος και με πήρε να με κάνει τραγουδίστρια. Ήταν πολύ δύσκολος χώρος. Ήμουν πολύ μικρή, πήρα τις κούκλες μου και έφυγα.

Στη συνέχεια, με έβαλαν σε ίδρυμα, όπου έμεινα δέκα μήνες μέχρι που οι γιατροί είπαν ότι δεν έκανε για μένα αυτό το περιβάλλον. Οι γονείς μου, στο μεταξύ, μπήκαν σε ψυχιατρείο. Έκανα συμφωνία να βγαίνω έξω και να δουλεύω και το βράδυ ξανάμπαινα στο Ίδρυμα. Μια μέρα το έσκασα και ήρθα Θεσσαλονίκη να βρω την αδερφή μου. Εκείνη δεν μπορούσε να με βοηθήσει και με έστειλε πίσω. Οι γονείς είχαν βγει από το ψυχιατρείο, αλλά η μαμά μου ήταν πια αγνώριστη από τα ηλεκτροσόκ που της είχαν κάνει μέσα εκεί. Είχαν πουλήσει το σπίτι, αλλά τους επέτρεπαν να μείνουν μέχρι να το κατεδαφίσουν. Οι συνθήκες ήταν άθλιες. Ζούσαμε χωρίς ρεύμα, νερό.

Έκανα ένα δεσμό, αλλά μόλις είδαν την οικογένειά μου ο πατέρας του δεν με ήθελε και μας χώρισε. Έφυγα ξανά από το σπίτι, δούλεψα, μάζεψα χρήματα και τους έφερα να ζήσουμε στη Θεσσαλονίκη. Ο μπαμπάς έπινε ξανά, οι ένοικοι της πολυκατοικίας έκαναν παράπονα και μας έδιωξαν από το σπίτι. Άντεξα μέχρι που έγινε κάτι πολύ σοβαρό και είπα ότι δεν θέλω να έχω άλλο σχέσεις μαζί του. Λίγο καιρό αργότερα πέθανε και ένα χρόνο μετά πέθανε και η μητέρα μου. Όταν την έχασα, τρελάθηκα. Έκανα ξανά απόπειρα αυτοκτονίας. Ο αδερφός μου τρελάθηκε εντελώς. Πέρασαν τέσσερα χρόνια μέχρι να μπορέσω να πάρω τα πάνω μου και προσπάθησα να κάνω έναν καινούριο δεσμό. Έμεινα έγκυος και μου είπαν να το ρίξω, αλλά εγώ το κράτησα. Εκείνος δεν έμεινε μαζί μου. Σήμερα, έχω ένα πολύ όμορφο αγόρι που το μεγάλωσα με πολλή αγάπη. Είναι καλός οικογενειάρχης και με έχει κάνει μια ευτυχισμένη γιαγιά με μια εγγονή που έχει το όνομά μου. Βοήθησα και τον αδερφό μου να γίνει καλά. Ήθελα να παντρευτώ για να έχει το παιδί μου μια οικογένεια. Γνώρισα κάποιον και βιάστηκα να παντρευτούμε, αλλά αποδείχθηκε μέθυσος και πολύ βίαιος. Έφυγα, αλλά μου δημιούργησε πολλά νευρικά προβλήματα. Είχα μπερδευτεί με το αλκοόλ και έπινα όποτε στενοχωριόμουν. Τη λύπη δεν τη δεχόμουν. Πάθαινα πανικό, έπινα και ξυπνούσα στο νοσοκομείο. Με τον άνθρωπο αυτό χωρίζαμε και τα ξαναβρίσκαμε. Κάποια στιγμή ξανασμίξαμε, αλλά ως ζευγάρι είχαμε πια τελειώσει.

Στο μεταξύ, δεν ήθελα να γίνω βάρος στο παιδί μου. Ήθελα να δουλέψω να βγάζω λίγα χρήματα μόνη μου. Βγήκα να πουλάω παράνομα κουλούρια έξω από μια Εκκλησία. Εκεί μια κυρία που με έβλεπε θλιμμένη με τράβηξε σιγά σιγά με τον τρόπο της και με βοήθησε. Μου σύστησε τη «σχεδία». Ήρθα χωρίς δεύτερη σκέψη. Από τότε είμαι ευτυχισμένη. Ήμουν πολύ άσχημα ψυχολογικά και είναι σαν να με είδε γιατρός. Είναι μια δουλειά πλασμένη για μένα. Όλοι με αγκάλιασαν και μου λένε πολύ ωραία πράγματα. Χαμογελάω, μου φαίνεται παιχνίδι, μου γέμισε τη ζωή. Δεν ήξερα ότι υπάρχει τόσο ωραίος κόσμος. Τώρα βλέπω αλλιώς τα πράγματα, με αισιοδοξία. Δεν είμαι μόνο εγώ σε κακή κατάσταση. Πάω κάθε Κυριακή στην Εκκλησία κι έτσι έχω γλιτώσει από τους γιατρούς. Δεν πίνω τίποτα, κοιτάω το σπίτι μου και είμαι ευτυχισμένη. Μπορώ να κάνω τα λίγα όνειρα που μου έχουν απομείνει.

Διαβάζω, θέλω να μείνω αγνή, να έχω την υγεία μου και να μην πέσω σε ξένα χέρια. Να με πάρει ο Θεός εκεί που θα κοιμάμαι, όπως η μαμά μου. Να είναι καλά το παιδί μου. Αγαπώ τον κόσμο, ακόμα κι αυτόν που δεν αγοράζει το περιοδικό. Μου δείχνουν τέτοια αγάπη, που δεν έχω βρει πουθενά.