June 30, 2015

Παναγιώτης Τριανταφυλλίδης, 35 ετών

Κατάγομαι από την Ιστιαία Ευβοίας, όμως, γεννήθηκα στην Αθήνα και έζησα τα περισσότερα χρόνια μου στην περιοχή του Ασπρόπυργου. Είμαι Έλληνας τσιγγάνος και αυτό μου δημιούργησε πολλά προβλήματα στη διάρκεια της ζωής μου. Ο πατέρας μου ήταν έμπορος και μαζί του έκανα κι εγώ αρκετές δουλειές. Όταν πέθανε το 2008, πικραθήκαμε πολύ, διαλυθήκαμε. Έχουν περάσει τόσα χρόνια και ακόμα δεν το έχω πιστέψει.

Ήθελα να φύγω από το σπίτι, αλλά δε μπορούσα γιατί πρόσεχα τη μάνα μου. Ήταν πολύ αυστηρή και δεν ήθελε να κυκλοφορώ τα βράδια γιατί φοβόταν ότι θα είχα μπλεξίματα με την αστυνομία, αφού ως τσιγγάνος αντιμετώπιζα πολλά προβλήματα ρατσισμού. Μια μέρα είπα θα φύγω από το σπίτι και δεν θα ξαναγυρίσω. Είχα κάποια όνειρα από μικρό παιδί. Να έχω ένα σπίτι μόνος μου, αλλά δεν μπόρεσα, γιατί δεν είχα σταθερή δουλειά.

Όταν ήμουν μικρός, είχα ένα ατύχημα και έχασα τα δόντια μου. Αυτό με δυσκόλεψε όταν έψαχνα για δουλειά, γιατί ο κόσμος με έβλεπε έτσι και νόμιζε ότι ήμουν ναρκομανής. Πήγα στην περιοχή του Ρέντη, με γνώρισε η γειτονιά, με συμπαθούσε ο κόσμος. Πρόσεχα σκυλιά, τα τάιζα και οι γείτονες με βοηθούσαν. Μια γυναίκα με έβαλε στο σπίτι της και μου επέτρεπε να κάνω μπάνιο και να κοιμηθώ εκεί. Μετά ήρθα στο κέντρο. Βοηθούσα σε ένα περίπτερο στο Σύνταγμα και εκείνος μου έδινε φαγητό και λίγα χρήματα. Δεν είχα όμως σταθερή δουλειά να βγάλω κάποια χρήματα. Δεν είχα ούτε φίλους, ήμουν πολύ μόνος. Έβλεπα τότε κάτι παιδιά με κόκκινα γιλέκα, αλλά δεν ήξερα τι ήταν κι αυτό γιατί δεν ήξερα να διαβάσω. Σχολείο δεν πήγα καθόλου.Μια φορά με έστειλε η μάνα μου, αλλά με χτυπούσαν οι μεγαλύτεροι, μου έπαιρναν τα χρήματα και δεν με άφησαν να συνεχίσω.

Ρώτησα έναν πωλητή, του είπα ότι τους βλέπω κάθε μέρα, αλλά δεν ήξερα τι ήταν. Μου εξήγησε τι είναι και πως λειτουργεί, αλλά δεν κατάλαβα καλά και δεν έδωσα σημασία.

Πήγα στο νεκροταφείο Περιστερίου όπου βοηθούσα και έβγαζα κάποια λίγα χρήματα. Στην αρχή φοβόμουν. Μετά το είχα συνηθίσει. Υπήρχαν στιγμές που πεινούσα πολύ. Δεν είχα ούτε ένα ευρώ να πάρω ένα κρουασάν να φάω.

Κάποτε γνώρισα μια παρέα αστυνομικών που με συμπαθούσαν και με βοηθούσαν, αλλά οι απόψεις τους ήταν αρκετά ακραίες και σε ένα σημείο κατάφεραν να μου αλλάξουν τα μυαλά. Είχα φτάσει στο σημείο να βλέπω μετανάστες και να είμαι εντελώς ρατσιστής απέναντί τους. Όμως, ευτυχώς, το κατάλαβα γρήγορα, μετάνιωσα και είχα πικραθεί πολύ. Δεν το περίμενα από τον εαυτό μου να σκέφτεται έτσι.

Μια μέρα πέρασα από το Στέκι Μεταναστών και είδα πολύ κόσμο μαζεμένο. Ρώτησα τι κάνουν εκεί και έμαθα ότι κάνουν και μαθήματα ελληνικών.

Ζήτησα να παρακολουθήσω τα μαθήματα και μου είπαν ότι εκεί τους δέχονται όλους. Εκεί ήταν που γύρισε το μυαλό μου. Είδα τι λάθος έκανα και τι ωραία πράγματα που έχανα. Με τη βοήθεια μιας κυρίας που μου έκανε ιδιαίτερα μαθήματα κατάφερα πολύ γρήγορα να μάθω να γράφω και να διαβάζω. Τότε ήταν που μια μέρα είδα κάποιον με ένα γιλέκο που έγραφε «σχεδία». Ξαναρώτησα, έμαθα, κατάλαβα καλύτερα, επισκέφθηκα τα γραφεία, συζητήσαμε, μου εξήγησαν αναλυτικά και αυτή τη φορά ενδιαφέρθηκα. Μετά από λίγο καιρό με πήραν τηλέφωνο να περάσω από τα γραφεία. Μου έδωσαν το γιλέκο και τα πρώτα δέκα περιοδικά δωρεάν. Την πρώτη μέρα πήγα πιο νωρίς στο πόστο και περίμενα να έρθει η ώρα να ξεκινήσω το ωράριό μου. Ήμουν, όμως, άτυχος γιατί τότε μου έκλεψαν την τσάντα, αλλά δεν το έβαλα κάτω.

Έβλεπα ότι αλλάζουν για μένα τα πράγματα. Ήμουν σίγουρος ότι θα καταφέρω. Σε δυο μήνες είχα μαζέψει κάποια λίγα χρήματα και αμέσως κατάφερα να βρω ένα μικρό διαμέρισμα. Λίγο καιρό μετά με βοήθησαν να φτιάξω και τα δόντια μου. Πήρα μεγάλη χαρά, είχα ενέργεια να πουλησω περισσότερα περιοδικά. Όταν γυρίζω σπίτι, ένα πράγμα κάνω όταν ξαπλώνω: σκέφτομαι τη σχεδία και τους ανθρώπους που μου έδωσαν αυτή την ευκαιρία. Τώρα που έχω μάθει γράμματα δε χορταίνω να τη διαβάζω.

Υπάρχει και κόσμος που δεν του αρέσει το περιοδικό και λένε διάφορα. Το πιο σκληρό που έχω ακούσει είναι ότι κάνουμε επαιτεία. Στενοχωρήθηκα, αλλά κατάλαβα ότι δε μπορούν όλοι να γνωρίζουν πόσο σημαντικό είναι για μένα και πόσο με έχει βοηθήσει.

Ο κόσμος πια μας γνωρίζει και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό. Με είδαν που άλλαζα. Κι άλλη δουλειά να βρω δεν θέλω να την αφήσω. Θέλω να βρίσκω χρόνο να πουλώ τη σχεδία. Κάποιες φορές έχω δυσκολευτεί να πληρώσω το νοίκι μου, αλλά δεν το βάζω κάτω. Με ρωτούν για τους ανθρώπους της σχεδίας και αυτό που απαντώ είναι ότι έχω βρει τη δεύτερη οικογένειά μου. Κάνουμε συνέχεια πράγματα και χαίρομαι και ειμαι πολύ περηφανος και τυχερός που μπήκα σε αυτή την οικογένεια.

Αν δεν ήταν η σχεδία θα ήμουν ένα τίποτα, ένας άγριος. Ο κόσμος μπορεί να γίνει πολύ ρατσιστής. Εδώ βρήκα όλα τα όνειρα που είχα από μικρός. Δεν το περίμενα και τα βρήκα. Και τώρα μπορώ να κάνω και άλλα.