March 3, 2016

Νίκος Σέρβος 35 ετών

Γεννήθηκα και μεγάλωσα με την οικογένειά μου στα Κάτω Πατήσια. Ο πατέρας μου ήταν φυσιοθεραπευτής και η μητέρα μου εργαζόταν περιστασιακά. Λόγω δύσκολης οικονομικής κατάστασης, αλλάζαμε με την αδερφή μου συχνά σπίτια και σχολεία και αυτό με δυσκόλεψε πολύ, γιατί δεν είχα παρέες. Πάνω που έδενα με κάποιον, μετακομίζαμε και τον έχανα. Η εφηβεία μου ήταν χάλια. Δεν με έκανε κανένας παρέα, γιατί το παρουσιαστικό μου έδειχνε μικρότερο από την ηλικία μου. Στα μαθήματα ήμουν πανέξυπνος, αλλά δεν διάβαζα. Μου άρεσε πολύ η μετεωρολογία, να προβλέπω, να παρατηρώ τον καιρό. Μου το είχε μεταδώσει ο παππούς μου, που ήταν ψαράς. Προετοιμαζόμουν να δώσω εξετάσεις, αλλά έγινε κάτι που μου γυρισε τα μυαλά και τα παράτησα.

Τότε έβγαλα πολλή αντίδραση και, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχα ήδη αρχίσει να κάνω παρέα με έναν ξάδερφο που με έβαλε σε έναν άλλο κόσμο, το έχασα τελείως. Γνώρισα τις παρέες του και μαζί το αλκοόλ.  Έπεσα με τα μούτρα από τον πρώτο καιρό. Όταν τελείωσα το σχολείο, άρχισα να δουλεύω βοηθός μπογιατζή με ένα θείο μου. Τότε ηταν και η πρώτη φορά που τσακωθηκαμε με τους γονείς μου.

Είχα χρήματα, βρήκα και μια κοπέλα και παρασύρθηκα εντελώς. Ένιωθα, όμως, ότι το ελέγχω και περνούσα καλά. Το ποτό είναι ο χειρότερος τοκογλύφος. Στην αρχή, σου δίνει και μετά στα παίρνει όλα. Άρχισα να το έχω ανάγκη.

Όταν πήγα στο στρατό, έμπλεξα ακόμα περισσότερο και, τελικά, υπηρέτησα δύο μήνες παραπάνω. Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι είχα ξεφύγει.  

Μετά το στρατό, σπούδασα σε μια σχολή γραφιστικής, αλλά δεν συνέχισα. Από δουλειές δεν έμενα ποτέ. Έχω αλλάξει πάρα πολλές. Ήταν και άλλες εποχές και δεν δυσκολευόμουν να βρω. Αλλά καταλάβαινα ότι δεν ήμουν καλά και έφευγα από μόνος μου. Έπιασα ένα σπίτι για να ανεξαρτητοποιηθώ. Τότε, πρώτη φορά τρόμαξα για τη ζωή μου. Είχα κλειστεί σε ένα σπίτι και έπινα.

Έφτασα στον απόλυτο πάτο, έκανα χοντράδες και έφυγα από το σπίτι, γιατί θεώρησα τον εαυτό μου επικίνδυνο. Αλλά το μυαλό μου δεν είχε πάει ότι φταίει η ουσία. Προσπάθησα να μπω στη θέση των δικών μου και να σκεφτώ τι τους έχω κάνει και δεν με στηρίζουν. Κάπου εκεί σταμάτησα να πίνω. Έμεινα ένα χρόνο στο δρόμο και, σταδιακά, το έκοψα μόνος μου. Άρχισα να συχνάζω στην Κηφισιά, γιατί ήθελα να αποφύγω τους πειρασμούς του κέντρου. Με βρήκε ένας τοξικομανής και με πήρε να μείνω κοντά του σε ένα εγκαταλελειμμένο παράπηγμα.

Η ζωή στο δρόμο ήταν τρομακτική και πήγα να χάσω τη ζωή μου πολλές φορές. Έψαχνα για δουλειά, γιατί ήθελα να ξεφύγω. Περιφερόμουν όλη μέρα στους δρόμους, γιατί δεν είχα πού να πάω. Είχα μήνες να πω «καλημέρα» σε άνθρωπο. Μια φορά, είχα πάει σε μια εκδήλωση στη Νίκαια και στην επιστροφή δύο κυρίες προσφέρθηκαν να με πάρουν με το αυτοκίνητο. Τους είπα την ιστορία μου. Εκείνες ήταν που μου πρότειναν να δοκιμάσω με τη «σχεδία».

Λίγες μέρες αργότερα, συνάντησα μια πωλήτρια και τη ρώτησα: «Θα βγαίνει κανένα πεντάευρω τη μέρα να πληρώνω το νοίκι;». Ακόμα το θυμάται και μου το λέει. Ήρθα στο γραφείο και ξεκίνησα, αλλά ακόμα δεν ένιωθα έτοιμος.

Κάποια στιγμή, έπεσαν κάτι λεφτά στα χέρια μου. Θέλησα να πιάσω ξανά ένα σπίτι, αλλά μου βγήκε η αρρώστια. Τα ξόδεψα όλα στο αλκοόλ. Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι μόνος μου δεν μπορούσα να κάνω τίποτα να υποστηρίξω τον εαυτό μου και ζήτησα βοήθεια από ένα πρόγραμμα απεξάρτησης.

Η αλλαγή στη ζωή μου ήταν τρομακτική. Μετά από λίγους μήνες, έπιασα ένα μικρό δυαράκι και είμαι πολύ χαρούμενος. Ακόμα δεν έχω καταλάβει ότι όλη αυτή η προσπάθεια είναι δικιά μου. Είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι για τον εαυτό μου. Η αγκαλιά του κόσμου με έχει βοηθήσει πολύ. Μια καλημέρα αξίζει όσο δέκα ζωές.

Η σχέση με τους δικούς μου αποκαθίσταται σταδιακά και κάνω όνειρα για το μέλλον, αλλά βλέπω ότι ακόμα είναι πολύ νωρίς. Πλέον, νιώθω δυνατός και σε αυτό συμβάλλει ότι έφτασα σε πολύ οριακό σημείο. Είμαι πολύ αυστηρός με τον εαυτό μου. Ακόμα νιώθω ότι θέλω λίγο χρόνο να ισορροπήσω. Είμαι κοντά, νιώθω καλύτερα με τη ζωή μου.

Η συναναστροφή με τον κόσμο με βοηθά να βρίσκω κίνητρα, αλλά ακόμα νιώθω αγοραφοβία, δεν μπορώ μέσα στο πλήθος. Είμαι σαν ένας άνθρωπος των σπηλαίων που προσπαθεί να φάει με μαχαιροπήρουνα. Αυτό είναι το μόνο που με τρομάζει. Έχω βαρεθεί τη μεγαλούπολη. Θέλω να ζήσω φυσιολογικά και ήρεμα. Να έχω ένα χώρο ενα σπιτάκι, μια μικρή αυλή, τη δουλειά μου. Και μια οικογένεια αν έρθει. Θα ήθελα να βοηθήσω και άλλους, ακόμα και να σπουδάσω, αν χρειαστεί, για να μπορέσω να προσφέρω στήριξη. Αν έχεις την εμπειρία μιας δύσκολης κατάστασης, μπορείς ίσως να βοηθήσεις περισσότερο. 

*Μεταξύ της συνέντευξης και της δημοσίευσης, ο Νίκος βρήκε δουλειά. Πριν από λίγες μέρες μας αποχαιρέτησε. Είμαστε πολύ χαρούμενοι. Καλή τύχη, Νίκο.