01 Σεπτεμβρίου 2018

Μάρκο Πρίφτι, 59 ετών

 

«Εκεί που είχα καταπέσει ψυχολογικά, που πίστευα ότι είχαν τελειώσει όλα για μένα, ξαναζωντάνεψα, απέκτησα πάλι την ηρεμία μου».

 

Γεννήθηκα το 1959 στο χωριό Τσοράϊ, λίγο έξω από τη Χειμάρρα. Ήμασταν συνολικά έξι αδέρφια. Όταν ήμουν πεντέμισι χρονών, πέθανε η μητέρα μου από καρκίνο του μαστού. Μεγαλώσαμε με τη γιαγιά από την πλευρά του πατέρα μου. Θυμάμαι που είχε ένα άλογο και έβαζε εμένα και την αδερφή μου σε δύο καλάθια στην αριστερή και δεξιά πλευρά του ζώου αντίστοιχα, ώστε να μπορεί να δουλεύει στα χωράφια. Αν και από μικρός μου άρεσε η μουσική, όταν ερχόταν η ώρα του μαθήματος της μουσικής στο σχολείο, έκανα κοπάνα και κρυβόμουν σε ένα γειτονικό δάσος. Λόγω του θανάτου της μητέρας μου, δεν μπορούσα να τραγουδήσω. Μόλις τελείωσα το δημοτικό, εγκατασταθήκαμε στα Τίρανα. Ο πατέρας μου είχε ξαναπαντρευτεί και το κράτος του παραχώρησε σπίτι στην πρωτεύουσα. Εκεί ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα εργοστάσιο που παρήγαγε τούβλα. Με τη μητριά μου απέκτησε άλλα πέντε παιδιά. Εγώ άρχισα να φοιτώ στο μουσικό σχολείο. Από τους 500 που είχαν υποβάλει αίτηση, μόλις οι 30 έγιναν δεκτοί, κατόπιν εξετάσεων. Πήρα την κατεύθυνση των πνευστών οργάνων: κλαρίνο, τρομπέτα, τρομπόνι, φλάουτο, σαξόφωνο. Ήταν πολύ αυστηρό σχολείο. Από τους 30 που είχαμε ξεκινήσει, μόλις οι 18 το ολοκληρώσαμε. Μετά την αποφοίτησή μου, διορίστηκα αναπληρωτής δάσκαλος μουσικής. Με δύο φίλους μου, μάλιστα, είχαμε φτιάξει μια ορχήστρα και συμμετείχαμε σε διαγωνισμούς με μουσικούς από άλλα σχολεία. Παίρναμε συνέχεια την πρώτη θέση. Δύο χρόνια αργότερα, όμως, αναγκάστηκα να αφήσω την εκπαίδευση. Δεν υπήρχε κάποια κενή θέση για να καλύψω. Έτσι, μου λέει ο δήμαρχος της μικρής πόλης Βόρα όπου έμενα: «Δεν αναλαμβάνεις το φωτογραφικό στούντιο της πόλης;». Ο γεράκος φωτογράφος που το δούλευε είχε αποχωρήσει και χρειάζονταν κάποιον να τον διαδεχθεί. Παρακολούθησα, μάλιστα, μαθήματα για έξι μήνες σε σχολή φωτογραφίας στα Τίρανα. Εργάστηκα για δύο χρόνια ως φωτογράφος, αλλά τα χρήματα που έβγαζα ήταν πολύ λίγα ώστε να μπορέσω να παντρευτώ. Ήμουν ήδη αρραβωνιασμένος, αλλά δεν είχα τα χρήματα για το γάμο. Ένας γείτονας, τότε, με προέτρεψε να πάω να εργαστώ μαζί του σε ένα ορυχείο για κάρβουνα. Εκεί ο μισθός ήταν καλύτερος. Δούλεψα στο ορυχείο από το 1986 μέχρι το 1991, όταν και κατέρρευσε ο κομμουνισμός. Γέμιζα τα βαγόνια με κάρβουνο. Όταν πήγαινες για δουλειά, δεν ήξερες αν θα βγεις έξω ζωντανός. Όταν έπεσε το καθεστώς, έκανα αίτηση στην ελληνική πρεσβεία στα Τίρανα για να πάρω βίζα. Τελικά, την απέκτησα το Μάιο του 1991. Το ορυχείο, όπου εργαζόμουν, ετοιμαζόταν να κλείσει, όπως και πάρα πολλά εργοστάσια. Αισθανόμουν αβοήθητος. Πήρα μία τσάντα με δυο εσώρουχα, δυο κονσέρβες με σαρδέλες, ένα βάζο μαρμελάδα, λίγες ελιές και τη φλογέρα μου και πήρα το λεωφορείο για την Αθήνα. Μόλις έφτασα, επειδή φοβόμουν να κοιμηθώ τη νύχτα στην πλατεία Κάνιγγος, πήρα το λεωφορείο για το Νέο Ψυχικό. Ενώ καθόμουν στην άκρη του δρόμου, συνάντησα τυχαία έναν Βορειοηπειρώτη που δούλευε εκεί κοντά σε έναν παλιατζή. Μου λέει: «Πάμε στο αφεντικό μου, είναι καλός άνθρωπος». Είχε έρθει η ώρα του φαγητού και με προσκάλεσε ο εργοδότης του φίλου μου να φάω μαζί τους. Έβγαλα από την τσάντα μου τις κονσέρβες, για να τους τις προσφέρω. Πετάχτηκε τότε και μου είπε: «Μάρκο, ήσουν στο δρόμο και μας δίνεις εσύ το φαγητό σου; Θα σε βοηθήσω». Μου βρήκε δουλειά στην αντιπροσωπεία αυτοκινήτων ενός φίλου του. Καθάριζα το πρωί τα αμάξια, ενώ το απόγευμα του έβαφα τα κάγκελα του σπιτιού του. Για ένα μήνα έμενα σε ένα φορτηγό σε ένα άδειο οικόπεδο. Ένας γνωστός του φίλου μου, όμως, που είχε πάγκο στη λαϊκή, ζητούσε πωλητή παπουτσιών. Πήγα, λοιπόν, εγώ. Γυρνούσα όλη την Αθήνα. Με τα χρήματα που μάζεψα, κατάφερα να νοικιάσω και μια γκαρσονιέρα. Ένα χρόνο μετά τον ερχομό μου στην Ελλάδα, έφερα και τη γυναίκα μου. Το 1995, ήρθε και η γέννηση της μικρής μου κόρης. Η πρώτη είχε γεννηθεί το 1990. Από το 1994 ώς το 2009, εργαζόμουν σε μία βιοτεχνία που κατασκεύαζε κούκλες για βιτρίνες καταστημάτων. Με την κρίση, ωστόσο, προχώρησε σε απολύσεις. Από τους 30 εργαζόμενους, έμειναν μόνο οι επτά. Βρέθηκα, λοιπόν, άνεργος. Με κάτι λίγα χρήματα που είχα στην άκρη, άνοιξα ένα παντοπωλείο στη γειτονιά μου στα Πατήσια. Τον περασμένο Νοέμβριο, όμως, αναγκάστηκα να το κλείσω. Δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στο ενοίκιο, το ρεύμα, την εφορία. Έψαχνα παντού για δουλειά, αλλά δεν με έπαιρνε κανένας λόγω ηλικίας. Είχε αρχίσει να με παίρνει από κάτω, μέχρι που μου είπε η κόρη μου για τη «σχεδία». Ξεκίνησα στο περιοδικό το Φεβρουάριο. Εκεί που είχα καταπέσει ψυχολογικά, που πίστευα ότι είχαν τελειώσει όλα για μένα, ξαναζωντάνεψα, απέκτησα πάλι την ηρεμία μου. Μπορώ, πλέον, με πολλή οικονομία, βέβαια, να βγάζω τα έξοδά μου.