Feb. 9, 2015

Λευτέρης Φωτίου, 66 ετών

Γεννήθηκα στη Β. Ήπειρο σε μια φτωχή, πολυμελή οικογένεια. Σε ένα πολύ παλιό και μικρό σπίτι ζούσαμε συνολικά δέκα άτομα, οι γονείς μου, εγώ και τα τρία αδέρφια μου, η δύο γιαγιάδες, η θεία και ο ξάδερφός μας. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος και τα βγάζαμε πολύ δύσκολα. Πολλές φορές το φαγητό ήταν λιγοστό και δεν έφτανε. Παρ’ όλα αυτά, τελείωσα δημοτικό και γυμνάσιο και πήγα και στο Λύκειο, γιατί ήθελα να συνεχίσω τις σπουδές μου. Όμως, οι συνθήκες ήταν δύσκολες και δεν τα κατάφερνα να συνεχίσω, αφού έπρεπε να πάμε και να δουλέψουμε με τον αδερφό μου για να βοηθήσουμε την οικογένεια. Όταν υπηρέτησα το στρατό, ήθελα να γίνω δάσκαλος και όλοι μου έλεγαν ότι θα τα καταφέρω. Τα χρόνια ήταν, όμως, δύσκολα. Η πολιτική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με την δικτατορία του Χότζα μας κυνήγησε γιατί ήμασταν φιλέλληνες. Ο πατέρας μου συνελήφθη, φυλακίστηκε, βασανίστηκε και καταδικάστηκε, σε μια δίκη όπου μάρτυρες ήταν παλιοί φίλοι και γείτονες. Είναι δε χαρακτηριστικό πως στη δεύτερη δίκη του, δικαστής ήταν ένας πρώην μαθητής του. Η καταδίκη ήταν δέκα πέντε χρόνια φυλάκιση ως «προδότης της πατρίδας». Το ίδιο συνέβη και με τον μεγάλο μου αδερφό, ο οποίος επίσης φυλακίστηκε και βασανίστηκε. Αυτό έφερε κι άλλες συμφορές στο σπίτι μας. Με αυτό το παρελθόν κανένας δε μας ήθελε. Προβλήματα είχα και με την οικογένεια της γυναίκας της που δεν με ήθελε, για τον ίδιο λόγο. Έπεσαν όλοι να πείσουν τη γυναίκα μου να με αφήσει, αλλά εκείνη άντεξε. Κινδύνευα κι εγώ να συλληφθώ γιατί έπαιζα στο ακκορντεόν μου και τραγούδια Ελλήνων συνθετών, κάτι που το Κόμμα απαγόρευε αυστηρά. Όταν, όμως, έμαθαν ότι είναι έγκυος υποχώρησαν κι έτσι, η κόρη μου που γεννήθηκε πρώτη ήταν εκείνη στην οποία χρωστάμε την ύπαρξή μας ως οικογένεια. Για να την ευχαριστήσω της έγραψα ένα ποίημα στα πρόσφατα γενέθλιά της, 37 στίχους, έναν για κάθε χρόνο της ζωής της. Από το ’70 ως το ’77 δίδασκα σε ελληνικά σχολεία στο Τεπελένι. Παρ’ όλο που το καθεστώς μας κυνηγούσε, ήθελα να σπουδάσω και να πάρω το πτυχίο μου, όμως, μετά τη σύλληψη του πατέρα μου, η ασφάλεια δε μου επέτρεψε να πάρω μέρος στις εξετάσεις για το πτυχίο. Παράλληλα με τις σπουδές έκανα πολλές δουλειές για να ζήσω. Κουβαλούσα με το κάρο κοπριές, καθάριζα στάβλους, βόθρους, έκανα ό,τι δουλειά βρισκόταν. Τελικά, μετά από επιμονή και προσπάθεια τεσσάρων ετών, πήρα το πτυχίο, αλλά όταν αναζητούσα δουλειά δεν υπήρχε ποτέ για μένα. «Δε μπορεί ο γιος του εχθρού που αγαπά τους Έλληνες να απαιτεί να διοριστεί δάσκαλος στα σχολειά μας», ήταν η απάντηση που πήρα. Έτσι, πήρα την απόφαση να πάρω την οικογένειά μου και να έρθουμε στην Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη να ζήσουμε ήσυχα και ειρηνικά. Είχε έρθει νωρίτερα εδώ ο γιος μου να σπουδάσει, ενώ η κόρη μου είχε ήδη παντρευτεί και ζούσε στην Κέρκυρα. Σήμερα, έχω 6 εγγονάκια, 4 από την κόρη και δύο από τον μεγάλο γιο, ο οποίος ήρθε το ’95 στην Θεσσαλονίκη έπειτα από δικές μου προτροπές και τελείωσε σχολή μηχανικών αυτοκινήτων  Η μεγάλη μου η εγγονή είναι 19 ετών.

Με τη γυναίκα μου ήρθαμε το ‘99 στη Θεσσαλονίκη. Εργαζόμουν πότε εδώ, πότε εκεί, χωρίς ένσημα για πολλά χρόνια. Τότε ήρθε και η «σχεδία» και βρήκα το φως μου! Ο μικρός γιος μου είχε φέρει ένα φυλλάδιο, το διάβασα, μου φάνηκε ενδιαφέρον και πήγα. Είμαι από το δεύτερο τεύχος που κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη.

Την πρώτη μέρα είχα λιγο άγχος πως θα το πουλήσω, ένιωθα παρείσακτος και ότι ίσως να ενοχλούσα τον κοσμο. Φοβήθηκα ότι θα με μάλωναν. Ήταν το άγχος της πρώτης μέρας. Σιγά σιγά το ξεπέρασα. Από τότε, είναι όλα αλλιώς. Με τον κόσμο είναι υπέροχα. Με αγαπάει, με αγκαλιάζει. Ξέρει ότι παίρνει ένα πολύ καλό περιοδικό.

Τώρα ζω σαν άνθρωπος. Μένουμε με ενοίκιο και το πληρώνουμε χάρη στη «σχεδία». Η σύζυγος εργάζεται περιστασιακά, αφού έχει αναπηρία άνω του 67% και δυσκολεύεται. Έκανε αίτηση να βγάλει κάποιο επίδομα. Και ο γιος μου εργάζεται στη «σχεδία», ενώ και ο μεγάλος μου αδερφός είναι πωλητής στην Αθήνα.

Το 2006 ξεκίνησα να γράφω ποιήματα για τη ζωή μου. Μου άρεσε σαν σκέψη και συνέχισα. Το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους της «σχεδίας» που εργάστηκα μου έδωσε την ιδέα να γράψω ένα ποίημα γι’ αυτό. Το έδωσα στους αναγνώστες, τους άρεσε και έκτοτε τοέχω καθιερώσει. Οι τακτικοί μου αναγνώστες μου ζητούν πολλές φορές πρώτα το ποίημα και μετά το τεύχος!

Το μέλλον το δικό μου έχει πάρει το δρόμο του. Για τα παιδιά μου ανησυχώ, να βρουν μια δουλειά να τακτοποιηθούν. Αντέχω να δουλεύω μέχρι τα 80!

Δεν θεωρώ ότι ο κόσμος με βοηθάει για να ζήσω, αλλά ότι εγώ βοηθώ τον κόσμο γιατί του δίνω το καλύτερο περιοδικό του κόσμου.