15 Φεβρουαρίου 2018

Λεωνίδας Κούτικας, 54 ετών

«Ενεργοποιήθηκα, νιώθω πλέον χρήσιμος. Πρωτύτερα, είχα αφεθεί. Έλεγα:  “Τώρα πια, είμαι εντάξει, έχω ένα κρεβάτι, δεν είμαι πια έξω”».

Γεννήθηκα στον Βροντάδο της Χίου το 1963. Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός και έλειπε σε ταξίδια για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Σχολείο πήγα μέχρι με το δημοτικό. Αποφάσισα να σταματήσω γιατί με τα γράμματα δεν τα πήγαινα καλά. Ο πατέρας με προέτρεπε να πάω μαζί του στη θάλασσα. Εγώ, όμως, δεν ήθελα. Πήγα από μόνος μου και βρήκα έναν ζαχαροπλάστη στην πόλη της Χίου και του ζήτησα να με πάρει στο μαγαζί, να σκουπίζω, να καθαρίζω. Εργάστηκα εκεί για ένα χρόνο. Άρχισα, όμως, να τη βαριέμαι τη δουλειά. Ένιωθα στριμωγμένος. Ήμουν 12 χρονών παιδί και δούλευα από τις εννιά το πρωί μέχρι τις δώδεκα το βράδυ. Δεν είχα ελεύθερο χρόνο να βγω να παίξω με τους φίλους μου. Τελικά, αποφάσισα να ασχοληθώ με την οικοδομή. Μέσω ενός φίλου του πατέρα μου, έπιασα δουλειά σε έναν εργολάβο. Ξεκίνησα ως βοηθός χτίστη και συνέχισα ως ελαιοχρωματιστής. Μου άρεσε πολύ αυτή η δουλειά. Έκατσα επτά χρόνια δίπλα στον συγκεκριμένο μάστορα, μέχρι τα 20 μου, οπότε και πήγα στρατιώτης. Ενώ υπηρετούσα στο ΚΕΒΟΠ, στο Χαϊδάρι, σε κάποια έξοδο γνώρισα μια κοπέλα που είχε κι εκείνη καταγωγή από τη Χίο. Ερωτευθήκαμε. Όταν ήρθε η στιγμή της απόλυσής μου, μου είχε μπει στο μυαλό ότι έπρεπε να μείνω στην Αθήνα. Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο ανέβαινα στην Αθήνα για να είμαστε μαζί. Το 1990, θα χάσω τη μητέρα μου από εγκεφαλικό και μέσα σε ένα μήνα και τον πατέρα μου, που έφυγε από τον καημό του. Μου ήρθαν όλα μαζεμένα. Αποφάσισα να εγκατασταθώ στην Αθήνα, αν και στη Χίο είχα στρωμένη δουλειά στην οικοδομή. Ήθελα να είμαι μαζί με την κοπέλα, ενώ δεν άντεχα και το χαμό των δικών μου. Στην αρχή, μέναμε μαζί στο σπίτι που νοίκιαζε στην Καλλιθέα. Εκείνη εργαζόταν ως ταμίας σε σουπερμάρκετ. Επειδή, όμως, δεν ήθελα να νομίζει ότι εξαρτώμαι από εκείνη, νοίκιασα το δικό μου σπίτι. Είχα πιάσει δουλειά ως ελαιοχρωματιστής σε μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία. Όλα κυλούσαν καλά μέχρι το 2007, οπότε άρχισε η κρίση στην οικοδομή. Από τα 60 άτομα που εργαζόμασταν, είχαμε μείνει μόνο δέκα. Την επόμενη χρονιά, μια μέρα ο ιδιοκτήτης μάς ανακοίνωσε ότι σε ένα μήνα θα έκλεινε την εταιρεία. Από εκείνη τη στιγμή όλα αναποδογύρισαν στη ζωή μου. Έψαχνα για δουλειά, αλλά δεν έβρισκα πουθενά. Αυτό κράτησε πάνω από ένα χρόνο. Μόνο για ένα καλοκαίρι βρήκα απασχόληση. Μάζευα σταφύλια στο Μαρκόπουλο. Ευτυχώς, είχα κάποια χρήματα στην άκρη από τη δουλειά στην οικοδομή και τα μερεμέτια που έκανα, αλλά άρχισα να απελπίζομαι. Μια μέρα, μου ανακοίνωσε η κοπέλα πως ήθελε να χωρίσουμε. Ο χωρισμός μας με συγκλόνισε. Άρχισα να μην μπορώ να πληρώνω τα ενοίκια. Χρώσταγα ήδη τρεις μήνες, ώσπου μια μέρα ήρθε ο γιος της σπιτονοικοκυράς μου και μου είπε ότι θα μου χάριζαν τα ενοίκια, αλλά έπρεπε να αφήσω το σπίτι. Το ίδιο βράδυ πήρα μια βαλίτσα με λίγα ρούχα και βγήκα στο δρόμο χωρίς να ξέρω πού να πάω. Έκατσα σε ένα παγκάκι στην πλατεία Συντάγματος. Ήταν Ιούλιος του 2009. Σκεφτόμουν να γυρίσω στη Χίο, στον αδερφό μου. Δεν ήθελα, όμως, να του φορτωθώ. Έλεγα στον εαυτό μου: «Μόνος σου θα το τραβήξεις όλο αυτό». Δεν ήξερε την κατάστασή μου. Όλο το καλοκαίρι και το χειμώνα κοιμόμουν σε χαρτόκουτες σε μια στοά πίσω από το Σύνταγμα. Θυμάμαι ήταν παραμονή Χριστουγέννων, καθόμουν στην Ερμού και έβλεπα τον κόσμο να μπαίνει να ψωνίζει στα μαγαζιά και έλεγα: «Λεωνίδα, μέχρι πριν από κάποιους μήνες, ήσουν κι εσύ ένας από αυτούς». Μια μέρα το 2010, ενώ πήγαινα να πλύνω τα ρούχα μου στην Κλίμακα, με ρώτησαν αν ήθελα να μείνω στον ξενώνα τους. Η απάντησή μου ήταν καταφατική, ενώ άρχισα να εργάζομαι και σε ένα πρόγραμμα ανακύκλωσης της Κλίμακας. Στον ξενώνα, έμεινα μέχρι το 2014. Από τα χρήματα που είχα μαζέψει από το πρόγραμμα της ανακύκλωσης, νοίκιασα μια γκαρσονιέρα στην Κυψέλη. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, το πρόγραμμα της ανακύκλωσης περιοριζόταν και το προσωπικό      μειωνόταν. Ήταν καλοκαίρι του 2016 και αποφάσισα να ξαναβγώ στο δρόμο. Δεν μπορούσα να πληρώσω το ενοίκιο και δεν ήθελα να χρωστάω. Τα βράδια κοιμόμουν στο υπνωτήριο των Γιατρών του Κόσμου και τη μέρα έψαχνα για δουλειά. Όλοι μου έλεγαν, όμως, ότι είμαι μεγάλος. Τον Αύγουστο του 2017 βρήκα στέγη μέσω του προγράμματος «Στέγαση και Επανένταξη» της Equal Society, το οποίο μου καλύπτει το ενοίκιο για κάποιους μήνες. Το Σεπτέμβριο έκανα το βήμα να έρθω στη «σχεδία». Γνώριζα το περιοδικό, αλλά ίσως κάπου ντρεπόμουν. Το 2011, είχα λάβει μέρος, μάλιστα, με το «Γκολ στη Φτώχεια» στο Παγκόσμιο Κύπελλο Αστέγων στο Παρίσι. Ήταν σαν όνειρο για μένα εκείνη η εμπειρία. Η επαφή μου με τον κόσμο με ανέβασε ψυχολογικά. Χάρη στη «σχεδία» μπορώ να πληρώσω τους λογαριασμούς μου, να πιω έναν καφέ. Επίσης, ενεργοποιήθηκα, νιώθω πλέον χρήσιμος, πιο δυνατός. Πρωτύτερα, είχα αφεθεί. Έλεγα: «Τώρα πια, είμαι εντάξει, έχω ένα κρεβάτι, δεν είμαι πια έξω».