Dec. 20, 2013

Λάμπρος Μουστάκης, 50 ετών

Γεννήθηκα στη Βραζιλία από γονείς μετανάστες. Έζησα και εργάστηκα εκεί αρκετά χρόνια, ώσπου τα οικονομικά προβλήματα της χώρας άρχισαν να γίνονται έντονα. Αποφάσισα να πάω στην Αργεντινή, όπου δούλεψα σε ένα σφαγείο ελληνικών συμφερόντων. Προβλήματα είχαν και από πριν αυτές οι χώρες, ωστόσο, όταν ξεκίνησε η μεγάλη κατρακύλα, όλα δυσκόλεψαν. Η εταιρεία είχε άλλο ένα σφαγείο στην Ουρουγουάη κι έτσι, όταν άρχισαν οι σκέψεις να το κλείσει, επειδή ήμουν από τους πιο παλιούς εργαζόμενους, μου έδωσαν την ευκαιρία να περάσω τον Ρίο ντε λα Πλάτα και να εργαστώ εκεί. Με την κατάρρευση του ’97 επέστρεψα στην Βραζιλία και από εκεί αποφάσισα να έρθω στην Ελλάδα. 
 
Ήμουν τυχερός γιατί ένας θείος μου με βοήθησε και από τη μέρα που κατέβηκα από το αεροπλάνο μού είχε έτοιμη δουλειά σε μία ξενοδοχειακή επιχείρηση. Δεν είχα εργαστεί ποτέ στον κλάδο αυτό, αλλά, επειδή γνώριζα πολλές γλώσσες, δούλεψα εκεί πολλά χρόνια. Τότε, τα πράγματα ήταν καλά, υπήρχε δουλειά, και με τη δραχμή μπορούσαμε να ελέγχουμε τα πράγματα. Μετά, άρχισαν οι ετοιμασίες για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και είχαμε πολλή δουλειά, που συνέχισε ώς το 2008, όταν και αρχίζει η κατηφόρα του τουρισμού. Ο ιδιοκτήτης είχε πέντε μικρά ξενοδοχεία για τουρισμό χαμηλού κόστους, τα οποία άρχισαν να κλείνουν ένα-ένα. Το 2010, ήμουν ο τελευταίος που απολύθηκε. Μπήκα στο ταμείο ανεργίας κι εκεί άντεξα ένα χρόνο, αφού μετά δεν βρήκα άλλη δουλειά. 
 
Προσπάθησα να κάνω κάποια μεροκάματα. Ένας φίλος μού έδωσε την ευκαιρία να δουλεύω στο περίπτερό του τις Κυριακές, αλλά μετά χρειάστηκε να βοηθήσει κάποιον ανιψιό του. Ξαναμπήκα στο ταμείο ανεργίας, αλλά, ήδη, άρχισα να χρωστώ νοίκια στο σπίτι που έμενα. Ο ιδιοκτήτης άντεξε τέσσερις μήνες και μετά μου το ζήτησε για ιδιοκατοίκηση, αλλά κατάλαβα ότι το ήθελε να το νοικιάσει. Έμεινα λίγες μέρες σε ένα φίλο, όμως, δεν το έβλεπα σωστό, αφού δεν είχα κάτι να του προσφέρω κι έτσι, πήγα στο δρόμο. Όχι τελείως, όμως, γιατί ένας φίλος που διαχειριζόταν ένα πρακτορείο ΠΡΟΠΟ, με ένα μικρό καμαράκι με μπάνιο, μου επέτρεπε να πηγαίνω το πρωί, να του κάνω κάποιες εξωτερικές δουλειές, για να μου δίνει και ένα χαρτζιλίκι και να μένω να κοιμηθώ μέχρι να κλείσει το μαγαζί. Μετά, πήγαινα στις καρέκλες του Συντάγματος, έπαιρνα έναν καφέ και έβγαζα το βράδυ. Ευχαριστώ το Θεό που έμεινα, έτσι, στο δρόμο μόνο ένα μήνα. Στο διάστημα αυτό, κάποιος το έμαθε και με έφερε σε επαφή με ένα άτομο που είχε σχέση με το Ίδρυμα Αστέγων του Δήμου Αθηναίων. Πήγα, μου έδωσαν τις εξετάσεις που έπρεπε να κάνω για να μπορέσω να μείνω στον ξενώνα, μου έδωσαν και κάποια χρήματα για να τις πληρώσω και σε μία εβδομάδα είχα βρει, ήδη, μία θέση σε αυτόν.
 
Πολλοί κάνουν χιούμορ ότι όπου πάω με κυνηγάει το ΔΝΤ, αλλά για μένα δεν είναι, πια, αστείο. Στις άλλες χώρες, μπόρεσα και βρήκα τρόπο να τα καταφέρνω, εδώ, όμως, με γονάτισε και τώρα, πια, είμαι πενήντα χρονών, οι αντοχές μου δεν είναι ίδιες. Όμως, δεν τα παρατώ. 
 
Συνέχισα να κάνω εξυπηρετήσεις στο πρακτορείο, έκανα εθελοντισμό και στον ξενώνα, αφού ένιωθα ότι δεν μπορούσα να μένω άπραγος εκεί και πως έπρεπε να βοηθήσω όσους ήταν σε χειρότερη κατάσταση από μένα. Μπήκα και στη θεατρική ομάδα, και, τότε, ήρθαν οι υπεύθυνοι της «σχεδίας» να μας ενημερώσουν για το περιοδικό. Ήταν ό,τι καλύτερο για μένα, για να βγάζω τα καθημερινά μου έξοδα. Δεν κλέβουμε, δεν κάνουμε παρανομίες. Κάνουμε μία τίμια δουλειά, προσφέρουμε ένα καλό περιοδικό. Δεν είναι και εύκολη δουλειά. Θέλει μεγάλη υπομονή. Αν δεν πουλήσεις το πρωί, θα πουλήσεις το απόγευμα. Κι έτσι, έχω καταφέρει να βγάζω τα καθημερινά μου έξοδα και δεν χρειάζεται να ζητώ από φίλους μήπως έχουν να μου δανείσουν για το βραδινό φαγητό. 
 
Είμαστε, ήδη, στο δέκατο τεύχος, και είμαι πολύ ευχαριστημένος. Όχι μόνο αυτό, αλλά από τα τελευταία τεύχη που έχω πάει καλύτερα, βάζω στην άκρη λίγα-λίγα, μέχρι να μαζέψω ένα μικρό ποσό. Επιπλέον, έχω βοηθηθεί και σε άλλους τομείς, καθώς, επειδή γνωρίζω πολλές γλώσσες, με πρότειναν για μεταφραστή για κάποιες μέρες και έκανα και κάποια καλά μεροκάματα. Από εκεί, μάλιστα, μου άνοιξαν και άλλες ευκαιρίες, ώστε, σιγά-σιγά, να κάνω και ένα βήμα παραπάνω κάθε φορά. Έχω στόχο και όνειρο όταν η «σχεδία» κλείσει ένα χρόνο, να έχω φύγει από τον ξενώνα. Πιστεύω ότι, πια, είμαι πολύ κοντά στο να το καταφέρω.