Shedia

EN GR

27/09/2017

Κώστας Νεοφώτιστος, 47 ετών

Γεννήθηκα στη Σπάρτη το 1970. Ήμουν το δεύτερο παιδί από τα τέσσερα, τρία αγόρια και ένα κορίτσι, της οικογένειας. Η μητέρα μου εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο κατασκευής στρωμάτων, ενώ ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος. Άρχισα να εργάζομαι από την ηλικία των έξι ετών. Ξεσκόνιζα τους πελάτες σε ένα κουρείο. Ύστερα εργάστηκα σε φαναρτζίδικο, στο περίπτερο που διατηρούσαν οι γονείς μου και από 12 χρόνων ως υαλοτεχνίτης. Επειδή δούλευα, διάβαζα στο σχολείο την ώρα της παράδοσης. Περνούσα από το σπίτι, πετούσα την τσάντα στο μπαλκόνι και έφευγα τρέχοντας για τη δουλειά, που κρατούσε μέχρι τις δώδεκα τη νύχτα. Πήγα σχολείο μέχρι τη Γ’ Γυμνασίου. Σταμάτησα ένα μήνα πριν πάρω το απολυτήριο.  Έκλαψα όταν το σταμάτησα. Ήμουν καλός μαθητής και αγαπούσα τα γράμματα. Ονειρευόμουν, μάλιστα, να γίνω δικηγόρος ή αστυνομικός. Με πίεζαν, όμως, από τη δουλειά ότι έπρεπε να δουλεύω και πρωί, αλλιώς θα την έχανα. Έπρεπε να εργαστώ για να βοηθήσω την οικογένειά μου. Η μητέρα μου μεγάλωνε μόνη της τέσσερα παιδιά, αφού όταν ήμουν 13 χρόνων, οι γονείς μου χώρισαν. Ο πατέρας μου ήταν αλκοολικός, κάτι που δεν άντεξε η μητέρα μου και τον άφησε. Μέχρι 17 ετών, έπαιζα ποδόσφαιρο και σε μια τοπική ομάδα στη Σπάρτη. Ενώ, όμως, ήταν να κάνω μεταγραφή στον Εδεσσαϊκό, που αγωνιζόταν τότε στην Α’ Εθνική, σε μια προπόνηση ένιωσα πόνο στο στομάχι. Τελικά, ήταν έλκος σε παροξυσμό, που το έχω μέχρι σήμερα. Αναγκάστηκα να εγκαταλείψω το ποδόσφαιρο και τα όνειρα για μια επαγγελματική καριέρα στο άθλημα. 
 
Στα 17 μου, αποφάσισα να φύγω από την πόλη μου και να έρθω στην Αθήνα. Ένιωθα ότι πνιγόμουν από τα προβλήματα της οικογένειας. Δεν μπορούσα με τα χρήματα που κέρδιζα να βοηθήσω ούτε τον εαυτό μου ούτε την οικογένειά μου. Παρουσιάστηκα στο θείο μου, που δούλευε στην κρεαταγορά του Ρέντη. «Τι θέλεις εδώ;» μου είπε. «Δουλειά», του απάντησα, και αυτό έγινε. Κουβαλούσα τα κρέατα από τα φορτηγά στα μαγαζιά. Το επόμενο πρωί, αγόρασα μια εφημερίδα και βρήκα από αγγελία δεύτερη δουλειά ως σερβιτόρος σε ένα κυλικείο, Ακαδημίας και Αμερικής γωνία. Μάλιστα, μετά από έξι μήνες, έκανα υπενοικίαση το μαγαζί.  Ήρθε, όμως, η στρατιωτική θητεία και μου έκοψε τα πόδια. Έπρεπε να αφήσω το μαγαζί. Μετά την απόλυσή μου από το στρατό, επέστρεψα στη Σπάρτη, όπου έπιασα δουλειά στο εργοστάσιο που εργαζόταν και η μητέρα μου. Εκεί γνώρισα και τη μετέπειτα σύζυγό μου. Εγώ ήμουν 22 και εκείνη 18. Λίγους μήνες μετά τη γνωριμία μας, ανεβήκαμε στην Αθήνα. Άρχισα να δουλεύω στην οικοδομή δίπλα στον πεθερό μου, ενώ ύστερα από ένα χρόνο έπαιρνα πια και δικές μου δουλειές. Υπήρχε πολλή δουλειά τότε. Παντρευτήκαμε με τη σύντροφο μου, το 1999, όταν έμεινε έγκυος στο γιο μας. Χωρίσαμε δυο χρόνια αργότερα. 
 
To 2001, ήρθε η καταστροφή. Ταξίδευα, Πρωτομαγιά, με το λεωφορείο από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και στη Μαλακάσα εκείνο αναποδογύρισε. Ήμουν ο μοναδικός επιβαίνων που δεν τραυματίστηκε, αλλά από τότε έχω ιλίγγους, ενώ απέκτησα και υψοφοβία. Δεν μπορούσα πια να κάνω δουλειές στην οικοδομή που είχαν να κάνουν με ύψος. Ξεκίνησα να εργάζομαι βάφοντας σπίτια, βάζοντας πλακάκια, ό,τι είχε να κάνει με εσωτερικούς χώρους. Από το 2007, άρχισε η κρίση  στην οικοδομή και οι δουλειές μειώνονταν όλο και περισσότερο. Από εκεί που εργαζόμουν ασταμάτητα, έφθασα στο σημείο να παίρνω μια δουλειά το δίμηνο.  Μάλιστα, τα τελευταία πέντε χρόνια, μου προέκυψε μόνο μια δουλειά στην οικοδομή. Δεν το έβαλα, όμως, κάτω και είπα ότι θα το παλέψω. Καταπιάστηκα με τα πάντα, υδραυλικά, ηλεκτρολογικά, βαψίματα, μεταφορές, όλα όμως παροδικά. Δούλεψα ακόμη βραδινός σε περίπτερο και, ως δεύτερο χέρι, σε πρακτορείο του ΟΠΑΠ.  Από το 2010, ξεκίνησε η μεγάλη κατηφόρα. Έβγαινα από το σπίτι για να κυνηγήσω να βγάλω το μεροκάματο χωρίς να έχω ούτε ένα ευρώ στην τσέπη. Άρχισα να κάνω αιτήσεις για διάφορες δουλειές, από μεταφορέας μέχρι αποθηκάριος σε σουπερμάρκετ, χωρίς ανταπόκριση. Γυρνούσα τα βράδια στο σπίτι, καταταλαιπωρημένος και απογοητευμένος από την αναζήτηση, και δεν μπορούσα να πάρω την κόρη μου, που τώρα είναι δέκα χρονών, να πάμε σε ένα πάρκο να παίξει. 
 
Τη «σχεδία» την ήξερα, καθώς έχω φίλους μου που είναι πωλητές στο περιοδικό. Τα τελευταία δύο χρόνια σκεφτόμουν να έρθω κι εγώ στο περιοδικό, αλλά το είχα αφήσει ως τελευταίο λιμάνι. Έκανα, τελικά, το βήμα τον περασμένο Μάιο. Η «σχεδία» ήταν ένα μεγάλο χέρι βοηθείας για μένα. Έβαλα σε μια τάξη την καθημερινότητά μου. Δεν χρειάζεται να σηκώνομαι το πρωί και να λέω: «Τι θα κάνω σήμερα; Πού θα πάω;». Ανέβηκα και ψυχολογικά. Μπορώ πια να πάω μια βόλτα την κόρη μου, να της πάρω ένα παγωτό, μια μπάλα του μπάσκετ. Η επαφή μου με τον κόσμο μού ξανάδωσε ζωή.