01 Ιουλίου 2018

Κωνσταντίνα Πετρίδου, 27 ετών

 

— «Εκεί που τα χείλη μου ξεραίνονταν από την πίκρα, ξαναβρήκα το χαμόγελό μου. Ο κόσμος που συναντάω καθημερινά στα πόστα είναι η οικογένειά μου».

 

Γεννήθηκα το 1991 στο Μεσόβουνο, ένα ορεινό χωριό μόλις 500 κατοίκων κοντά στην Πτολεμαΐδα. Ο πατέρας μου εργαζόταν ως οικοδόμος, ενώ η μητέρα μου είχε αναλάβει τη φροντίδα του σπιτιού. Θυμάμαι που στην τάξη μου στο σχολείο ήμασταν μόλις δέκα παιδιά. Μάλιστα, όταν ήμουν μαθήτρια της δευτέρας δημοτικού, το σχολείο του χωριού έκλεισε και συνεχίσαμε το δημοτικό σε ένα γειτονικό χωριό, τα Κομνηνά. Στα 13 μου βίωσα έναν πολύ μεγάλο πόνο, καθώς έχασα τη μητέρα μου από καρκίνο. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήταν άρρωστη. Τους τελευταίους μήνες της ζωής της, εγώ ήμουν εκείνη που τη φρόντιζα, της μαγείρευα, την τάιζα, την άλλαζα. Δεν ήταν και το πιο φυσιολογικό πράγμα για ένα παιδί της ηλικίας μου. Μεγάλωσα απότομα. Ο θάνατός της μητέρας μου ήταν ένα σοκ για μένα. Δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνη. Ώρες ώρες, νόμιζα ότι θα άνοιγε η πόρτα και θα εμφανιζόταν. Για να ξεχνιέμαι, άρχισα να διαβάζω περισσότερο για το σχολείο, ενώ είχα και την υποστήριξη των φίλων μου. Δεν ένιωσα ποτέ εγκαταλελειμμένη. Βέβαια, στην εφηβεία μου ήμουν κάπως αντιδραστική και ανυπάκοη, κυρίως απέναντι στον πατέρα μου. Εκείνος, τα τελευταία χρόνια πριν βγει στη σύνταξη, το 2008, έμενε για μεγάλα διαστήματα χωρίς δουλειά, καθώς η οικοδομή είχε αρχίσει να καταρρέει. Τα οικονομικά μας πάντα ήταν πολύ σφιχτά. Αυτό δημιουργούσε μια γκρίνια, από την πλευρά μου, γιατί έβλεπα τους φίλους μου να έχουν καλά ρούχα και εγώ να μην μπορώ να τα πάρω. Από το γυμνάσιο μου είχε καρφωθεί η ιδέα να γίνω γιατρός. Οι περισσότεροι στο σόι μου, μάλιστα, ήταν γιατροί. Με απέτρεπαν, όμως, γιατί δεν είχε και την καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση. Έτσι, επέλεξα τη μαιευτική. Αρχικά είχα περάσει στο ΤΕΙ Μαιευτικής της Θεσσαλονίκης, αλλά εκείνη τη χρονιά μόλις είχε ιδρυθεί σχετικό τμήμα και στην Πτολεμαΐδα και μετεγγράφηκα σε αυτό. Στα φοιτητικά μου χρόνια δεν ήμουν ξέγνοιαστη. Δούλευα, κυρίως ως σερβιτόρα, για να μπορώ να πληρώνω το ενοίκιο μου. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να με βοηθήσει. Επειδή δούλευα βράδια σε μπαρ, πήγαινα πολλές φορές άγρυπνη στις εξετάσεις ή στα εργαστήρια. Καθώς ήθελα απεγνωσμένα να τελειώσω τις σπουδές, πήρα τα μαθήματα ενός εξαμήνου πιο μπροστά και, αντί για τέσσερα, έβγαλα τη σχολή σε τρεισήμισι χρόνια. Μετά την αποφοίτησή μου, έκανα την πρακτική μου για ένα χρόνο σε ιδιωτική κλινική της Πτολεμαΐδας. Είναι ένα επάγγελμα που πρέπει να αντέχεις το αίμα, να αισθάνεσαι καλά ψυχολογικά. Εγώ είχα δει τόσα πολλά με τη μητέρα μου, που άντεχα. Όταν ολοκληρώθηκε η πρακτική μου, μπήκα στο ταμείο ανεργίας και ξεκίνησα να ψάχνω για δουλειά, ακόμη και ως σερβιτόρα. Δεν μπορούσα να βρω, όμως τίποτε. Πολλές επιχειρήσεις είχαν κλείσει στην πόλη. Μετά από ένα χρόνο μάταιων προσπαθειών, αποφάσισα να έρθω στη Θεσσαλονίκη, όπου θα με φιλοξενούσε μια φίλη μου. Άρχισα να στέλνω αναρίθμητα βιογραφικά σε κλινικές, νοσοκομεία, ακόμη και για να εργαστώ ως λαντζέρισσα ή ως καθαρίστρια αλλά χωρίς καμία ανταπόκριση. Το Σεπτέμβριο του 2016 έφυγα από τη φίλη μου, καθώς δεν ήθελα να της γίνομαι βάρος, και πήρα την απόφαση να πάω να μείνω στο υπνωτήριο του δήμου. Αρχικά, το έβλεπα ως κάτι υποτιμητικό, αισθανόμουν περιφρόνηση για τον εαυτό μου. Το ξεπέρασα, όμως. Στην αρχή, δεν ήθελα να πω στον πατέρα μου ότι έμενα στο υπνωτήριο.  Όταν το έμαθε, με παρότρυνε να γυρίσω να μείνω στο χωριό μαζί του. Δεν υπήρχε, ωστόσο, τίποτε να κάνω εκεί. Πέρσι το καλοκαίρι πήγα στην Αθήνα να μείνω σε μια φίλη και να ψάξω για δουλειά, αλλά, καθώς δεν βρήκα κάτι, επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη. Το φθινόπωρο, με δέχθηκαν στον ξενώνα των Αδελφών της Μητέρας Τερέζας της Καλκούτας, όπου φιλοξενούνται γυναίκες και μητέρες με ανήλικα τέκνα. Για τη «σχεδία» έμαθα τυχαία πέρσι το Νοέμβριο. Ήμουν σε ένα καφέ και είχα πιάσει κουβέντα με τους γνωστούς μιας φίλης μου, οι οποίοι με προέτρεψαν να έρθω στο περιοδικό.  Η μόνη δουλειά που είχα ώς τότε ήταν να μοιράζω περιστασιακά φυλλάδια.