01 Μαρτίου 2018

Δημήτρης Ζιμπόπουλος, 60 ετών

«Τα Χριστούγεννα μπορούσα να πάω επίσκεψη στην αδερφή μου και να της πάρω κι εγώ ένα δώρο, ένα κουτί σοκολατάκια».  

Γεννήθηκα στο Κάιρο το 1958. Οι γονείς μου ήταν Αιγυπτιώτες. Ο πατέρας μου δούλευε ως εφαρμοστής. Το 1965, λόγω των διωγμών του Νάσερ, αναγκαστήκαμε να φύγουμε από την Αίγυπτο. Οι γονείς μου πήγαν να μείνουν στη Λάρυμνα, καθώς ο πατέρας μου είχε βρει δουλειά ως εργάτης στη μεταλλευτική εταιρεία ΛΑΡΚΟ του Μποδοσάκη. Εγώ, όμως, δεν ήθελα να πάω μαζί τους. Έμεινα μαζί με την αδερφή της μητέρας μου και τον άνδρα της στον Νέο Κόσμο, οι οποίοι δεν είχαν δικά τους παιδιά και με αγαπούσαν σαν παιδί τους. Μόλις τέλειωσα την Πρώτη Γυμνασίου, πήγα κι εγώ στη Λάρυμνα, ώστε να είμαι μαζί με τους γονείς και τα αδέρφια μου. Σχολείο πήγα μόνο μέχρι το γυμνάσιο. Δεν ήθελα να συνεχίσω στο λύκειο. Δεν έπαιρνα τα γράμματα. Κάθε χρόνο έμενα μετεξεταστέος. Είχα πάρει την απόφαση να γίνω ηλεκτρονικός. Έτσι, κατέβηκα στην Αθήνα και γράφτηκα στην Τεχνική Σχολή Κοντοράβδη. Αποφοίτησα από τη σχολή, αλλά δεν πήρα την ειδικότητα του ηλεκτρονικού. Δεν κατάφερα να περάσω τις εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Έβλεπα ότι δεν είχα τύχη σε αυτόν το χώρο. Φοβόμουν τις ηλεκτροσυγκολλήσεις. Θυμάμαι που μας είχαν αναθέσει να φτιάξουμε ένα ραδιοφωνάκι και εγώ δεν το είχα κατορθώσει. Μετά την απόλυσή μου από το στρατό, έπιασα δουλειά ως πλασιέ σε μία μεγάλη εταιρεία παρασκευής φρυγανιών. Κατέγραφα τις ανάγκες που είχαν τα καταστήματα, τα οποία πήγαιναν, στη συνέχεια, να προμηθεύσουν τα φορτηγά της εταιρείας.  Δεν είχα μισθό, αλλά πληρωνόμουν με ποσοστά. Έβγαζα, ωστόσο, ικανοποιητικά χρήματα. Ύστερα από δύο χρόνια, το πόστο αυτό καταργήθηκε. Ήταν πια οι ίδιοι οι οδηγοί των φορτηγών που ανέλαβαν να καταγράφουν τα αιτήματα των μαγαζιών. Εγώ, δυστυχώς, δεν ήξερα να οδηγώ. Από εκεί και πέρα, άρχισε για μένα η μεγάλη κατηφόρα. Για έξι μήνες, εργάστηκα στον Δήμο Αθηναίων, ως οδοκαθαριστής, αλλά η σύμβασή μου δεν ανανεώθηκε. Ύστερα, άρχισα να κάνω δουλειές του ποδαριού. Με καλούσαν, για παράδειγμα, να ξεχορταριάσω έναν κήπο. Για κάποια χρόνια, εργάστηκα ως πορτιέρης σε νυχτερινά μαγαζιά, ώσπου μια μέρα έπεσαν πυροβολισμοί στο κέντρο όπου ήμουν και φοβήθηκα τόσο πολύ, που εγκατέλειψα τελείως το χώρο. Ο συνιδιοκτήτης του μαγαζιού είχε μιλήσει άσχημα σε μια τραγουδίστρια, της οποίας ο «προστάτης», που ήταν μπράβος σε ένα άλλο νυχτερινό μαγαζί, ήρθε οπλισμένος ψάχνοντας να τον βρει. Έβαλε το όπλο του στο στόμα ενός σερβιτόρου για να ομολογήσει «πού ήταν το αφεντικό», ενώ πυροβόλησε και στον αέρα. Μετά από αυτήν την περιπέτεια, βρήκα δουλειά ως βοηθός σε ένα συνεργείο αποφράξεων-απολυμάνσεων, στη γειτονιά μου στον Νέο Κόσμο. Έμενα πάντα με τους γονείς μου. Πριν από είκοσι χρόνια, περίπου, έχασα και τους δύο από εγκεφαλικό. Μετά το θάνατό τους, όμως, δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στα έξοδα του ενοικίου, καθώς τα χρήματα που κέρδιζα από το συνεργείο ίσα ίσα που έφταναν για να αυτοσυντηρούμαι. Ευτυχώς, όμως, η αδερφή μου μού παραχώρησε ένα σπίτι που είχε κληρονομήσει από τη θεία μας. Πριν από τέσσερα χρόνια, ο ιδιοκτήτης του συνεργείου βγήκε στη σύνταξη και ο γιος του, που τον διαδέχθηκε, αποφάσισε ότι δεν είχε ανάγκη από υπάλληλο. Αναλάμβανε μόνος του τις δουλειές. Εξάλλου, αυτές είχαν πέσει πολύ. Μοιραία, υποχρεώθηκα να αποχωρήσω. Έκτοτε έψαχνα για δουλειά, αλλά όλοι μου έλεγαν ότι ήμουν μεγάλος. Ακόμη και για διανομή φυλλαδίων που αποτάθηκα, αυτό μου τόνιζαν. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν κατείχα και κάποια τέχνη. Πού και πού με φώναζε κάποιος φίλος ελαιοχρωματιστής να τρίψω τις επιφάνειες στο σπίτι όπου εργαζόταν. Δυσκολευόμουν να βρω χρήματα ακόμη και για να πιω έναν καφέ. Δανειζόμουν χρήματα από φίλους. Τους λογαριασμούς μου τους πλήρωνε η αδερφή μου, ενώ για φαγητό πήγαινα στο συσσίτιο της εκκλησίας του Αγίου Σώστη. Το Σεπτέμβριο πήρα την απόφαση να έρθω στη «σχεδία». Με προέτρεψε να κάνω το βήμα ένας φίλος μου που ήταν πωλητής στο περιοδικό. Δεν πρόκειται να ξεχάσω την πρώτη μου μέρα με το κόκκινο γιλέκο. Πούλησα ένα μόνο περιοδικό, αλλά δεν απογοητεύτηκα. Απεναντίας, είπα: «Επιτέλους, έχω τρία ευρώ στην τσέπη μου να πάρω τσιγάρα με δικά μου χρήματα».  Πάντα ήμουν κοινωνικός, αλλά η επαφή που έχω με τον κόσμο πουλώντας τη «σχεδία» με έχει αναγεννήσει, με έχει ανεβάσει ψυχολογικά. Έχω βοηθηθεί, βέβαια, και οικονομικά. Μπορώ πια να αγοράσω μια μπίρα, ένα σουβλάκι, να πληρώσω το λογαριασμό του νερού. Τα Χριστούγεννα μπορούσα να πάω επίσκεψη στην αδερφή μου και να της πάρω κι εγώ ένα δώρο, ένα κουτί σοκολατάκια.