Nov. 10, 2014

Βασίλης Δημόπουλος, 53 ετών

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Από πολύ μικρός είχα κλίση στη μουσική και σε ηλικία μόλις 14 ετών άρχισα να παίζω με διάφορα γκρουπ, κάναμε συναυλίες, παίξαμε σε ξενοδοχεία. Αργότερα, μάλιστα, έπιασα δουλειά και σε σκυλάδικα, αλλά δε μου άρεσε καθόλου και εγκατέλειψα εντελώς τη μουσική. Στα 21 μου, θείος μου μάγειρας σε καράβια μου πρότεινε να πάω μαζί του. Στην αρχή ήμουν βοηθός του και αργότερα έγινα καμαρώτος. Ταξίδεψα περίπου ένα χρόνο, αλλά δεν ήμουν για τη θάλασσα. Είχα σκοπό να πάω για λίγο να μαζέψω κάποια χρήματα και, στη συνέχεια, να επιστρέψω και να ανοίξω ένα μαγαζάκι.

Όταν γύρισα από φαντάρος, παρόλο που δεν ήταν πολύ γνωστό τότε, αποφάσισα να σπουδάσω υπολογιστές. Έμαθα ανάλυση και προγραμματισμό σε γλώσσες που,όμως, σήμερα είναι άχρηστες. Δούλεψα σε διαφημιστικές εταιρείες και σε εταιρείες που συνεργάζονται με διαφημιστικές, ώσπου ένας φίλος που δούλευε σε μια εταιρεία που πουλούσε μηχανήματα σελιδοποίησης για τυπογραφεία ζήτησε να δουλέψω μαζί του.

Εργάστηκα 3 χρόνια, αλλά η εταιρεία δεν πήγε καλά και έκλεισε, όμως, δεν έμεινα καθόλου χωρίς δουλειά, αφού γνώρισα έναν πολύ καλό κύριο και την αδερφή του που είχαν μια αντίστοιχη εταιρεία και μου ζήτησαν να δουλέψω μαζί τους. Μέσα σε λίγους μήνες έκανα πολύ καλές πωλήσεις, αφού το μηχάνημα, στο οποίο είχα εξειδικευθεί τότε ήταν σαν μονοπώλιο. Από το 2004, όμως, περάσαμε υποχρεωτικά στην ψηφιακή εποχή, με αποτέλεσμα το δικό μου κομμάτι της εταιρείας να κλείσει.

Έκανα επίσης τηλεφωνικές πωλήσεις, κάτι που δεν μου άρεσε καθόλου. Ευτυχώς, όμως, σύντομα με έβαλαν στη μηχανοργάνωση, όπου ήταν ιδανικό για μένα. Έμεινα ένα χρόνο, αλλά το 2008 η εταιρεία αγοράστηκε από μια μεγάλη πολυεθνική τηλεπικοινωνιών και το τμήμα που εργαζόμουν έκλεισε. Από εκεί και πέρα έπεσα σε ένα νεκρό σημείο.

Είχα κάποια χρήματα στην άκρη και επειδή έβλεπα ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά πούλησα ένα σπίτι που ειχα και μάλιστα σε καλύτερη τιμή και με αυτά περνούσα. Πριν το πουλήσω είχα πανικοβληθεί γιατί μου κολούσαν συνεχώς εξώδικα για χρεωστούμενες κάρτες και δάνεια και δεν ήξερα τι να κάνω.  Έμενα σε ένα σπίτι που μου είχε παραχωρήσει η ξαδέρφη μου και δεν πλήρωνα νοίκι. Δεν είχα, όμως, δουλειά κι έτσι, τον τελευταίο χρόνο πριν βγω στο δρόμο, ζούσα ένα χρόνο χωρίς ρεύμα. Κάποια στιγμή μου το ζήτησε για να μείνει η ίδια και τότε, το καλοκαίρι του 2011, έμεινα στο δρόμο.

 Για καλή μου τύχη δεν πήγα σε κακόφημα μέρη, αλλά στη γειτονιά μου. Απέναντι από το σπίτι μου υπήρχε μια διπλοκατοικία και δίπλα μια σκάλα που κατέληγε στο δρόμο. Ανάμεσα υπήρχε ένα κενό όπου χωρούσε το κρεβάτι μου και κάποια λίγα πράγματα και κοιμόμουν εκεί. Για καλή μου τύχη κοντά έμενε η διευθυντρια του Ερ. Σταυρού. Ρώτησε για μένα, με φώναξε και μέσα σε τρεις μέρες με συνοπτικες διαδικασίες με έβαλε στον ξενώνα, όπου πλέον μετράω τρία χρόνια.

Όλο μου το νοικοκυριό τα έδωσα σε παλιατζήδες και έμεινα με πολύ λίγα πράγματα που ένα καφενείο στη γειτονιά μου που είχε ένα πατάρι μου παραχώρησε χώρο να τα βάλω εκεί και εκεί παραμένουν. Ο αδερφός μου με έχει βοηθήσει πολύ, αλλά κι εκείνος έχει οικογένεια και είναι άνεργος και δε μπορεί να με βοηθήσει.

 Για ένα διάστημα άρχισα να πουλάω παράνομα τσιγάρα. Όταν ήρθε η σχεδία ήμουν από τους πρώτους, που ενημερώθηκα, αλλά τότε πουλούσα τα τσιγάρα και δεν το πήρα ζεστά και δεν ήρθα. Μετά από δύο μήνες συζητούσα με έναν πωλητή που ήταν μαζί μου στον ξενώνα, μου είπε περί τίνος πρόκειται και πως λειτουργεί και είδα ότι με ενδιέφερε. Εκείνη την περίοδο παρακολουθούσα για πέντε μήνες ένα πρόγραμμα ψυχοθεραπείας για να ξεπεράσω την ένταξή μου στην ανεργία και την αστεγία. Η κοινωνική λειτουργός με προέτρεψε να έρθω να δουλέψω γιατί θα ήταν ένα καλύτερο περιβάλλον, θα μιλούσα με άλλους ανθρώπους.

 Με βοήθησε πολύ και ψυχολογικά, έχω να ασχολούμαι με κάτι κάθε μέρα που με βοηθάει και μου αρέσει. Έχω ενεργοποιηθεί και πάλι. Πήρα ξανά μια κιθάρα στον ξενώνα και στις ελεύθερες ώρες χαλαρώνω.

Αναγνωρίζω πως, έχω κάνει κι εγώ λάθος επιλογές, ήταν και οι συγκυρίες και όλα έδεσαν. Έκανα ακριβή ζωή, αλλά όταν είχα υψηλό εισόδημα, μπορούσα να την υποστηρίξω.Το κακό ειναι ότι τη συνέχισα και όταν έχασα τη δουλειά μου. Δυο φορές, μία μετά το θάνατο της μητέρας μου και μία αφού έχασα τα πάντα, το έριξα για λίγο καιρό στο αλκοόλ, όμως, με σκληρή προσπάθεια δεν το άφησα να ξεφύγει πολύ.

Δεν έχω εγκαταλείψει την προσπάθεια να βρω έναν άνθρωπο να ζήσω μαζί του. Νιώθω ότι αργά ή γρήγορα μπαίνω σε ένα δρόμο που θα ξαναχτίσω τη ζωή μου από την αρχή.  Ήρθα στη σχεδία και άνοιξα τα «πανιά» μου. Τώρα για που... ο καιρός θα δείξει!