26 Σεπτεμβρίου 2018 Το περιοδικό

Η αρωγή στην απασχόληση

Ενώ, σε όλον τον κόσμο, συνάνθρωποί μας με «μειονεξίες» υποστηρίζονται για να βρουν μία δουλειά, στη χώρα μας, ο δρόμος που έχουν να διανύσουν παραμένει μοναχικός και δύσβατος.

Κείμενο: Σπύρος Ζωνάκης

Βέρμοντ, 1983. Ο 35χρονος Μπιλ πάσχει από σύνδρομο Down και είναι πάνω από δέκα χρόνια αποκλεισμένος από την αγορά εργασίας. Η μοναδική δυνατότητα που του δίνεται να εξασκήσει το ταλέντο του στη χειροτεχνία είναι στο προστατευμένο παραγωγικό εργαστήρι του ιδρύματος που τον φιλοξενεί, χωρίς, ωστόσο, να λαμβάνει μισθό. Αυτό θα αλλάξει εκείνη τη χρονιά, όταν και ο Μπιλ θα βρει κανονική εργασία σε μία βιομηχανία της πόλης του, ασχολούμενος ακριβώς με τη μεταλλική χειροτεχνία. Πώς; Μέσα από το «επαναστατικό» διεθνώς Πρόγραμμα Υποστηριζόμενης Απασχόλησης που άρχισε να υλοποιεί το Υπουργείο Υγείας της αμερικανικής πολιτείας. Συγκεκριμένα, θα χρηματοδοτηθεί η ίδρυση 16 μη κερδοσκοπικών φορέων που παρέχουν συμβούλους απασχόλησης για να βοηθήσουν άτομα με κάθε είδους αναπηρία να επιλέξουν και να παραμείνουν σε μία (αμειβόμενη) κανονική θέση εργασίας. Ο ρόλος του συμβούλου απασχόλησης δεν είναι άλλος από το να ανακαλύπτει τις εργασιακές δυνατότητες και αδυναμίες του κάθε ατόμου, να βρίσκει την κατάλληλη κενή θέση εργασίας, να πραγματοποιεί την επαφή μεταξύ του εργοδότη, του υποψηφίου και της οικογένειάς του, να εκπαιδεύει τον εργοδότη και τους συναδέλφους και να εντοπίζει κάποιον από τον εργασιακό του χώρο που θα μπορούσε να γίνει μέντορας. Επιπλέον, ο σύμβουλος είναι διαθέσιμος για διαρκή υποστήριξη αναφορικά με την επίλυση προβλημάτων που πιθανόν προκύψουν στην πορεία της εργασιακής ένταξης του ατόμου.

Τα αποτελέσματα του συγκεκριμένου μοντέλου θα αποδειχθούν άκρως θεαματικά. Το 2015, στο Βέρμοντ, το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων με αναπτυξιακές διαταραχές άγγιζε το 48% (όταν ο αμερικανικός μέσος όρος ήταν μόλις 19%), το 90% των νεοτοποθετημένων εργαζομένων εξέφραζαν την ικανοποίησή τους για τη θέση εργασίας τους, ενώ και το κόστος της υποστηριζόμενης απασχόλησης είναι αισθητά μικρότερο εκείνου των προστατευμένων εργαστηρίων (6.618 δολάρια έναντι 19.388 ανά άτομο ετησίως).

Το αμερικανικό παράδειγμα θα ακολουθήσουν ολοένα και περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, αναπτύσσοντας εθνικές στρατηγικές για την προώθηση της υποστηριζόμενης απασχόλησης.

Το πιο εντυπωσιακό είναι πιθανότατα εκείνο της Νορβηγίας, όπου από το 2005 όλα τα κατά τόπους δημόσια γραφεία εύρεσης εργασίας και κοινωνικής πρόνοιας οφείλουν να διαθέτουν και υπηρεσίες υποστηριζόμενης απασχόλησης για άτομα με όλων των ειδών τις αναπηρίες, ψυχική ασθένεια ή που βρίσκονται σε στάδιο επανένταξης από ουσίες. Μάλιστα, το Υπουργείο Εργασίας καταβάλλει, τον πρώτο χρόνο, στους εργοδότες που συμμετέχουν σε προγράμματα υποστηριζόμενης εργασίας το 75% του μισθού των ατόμων που προσλαμβάνουν μέσω αυτού του μοντέλου, με τη χρηματοδότηση να «πέφτει» στο 66% και 60% των μισθολογικών απολαβών τον δεύτερο και τρίτο χρόνο αντίστοιχα. Πράγματι, μια δημόσια επένδυση στην υποστηριζόμενη απασχόληση αποδεικνύεται ιδιαίτερα παραγωγική, καθώς, σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας, του 2011, για κάθε ένα ευρώ που δαπανά ένα κράτος σε τέτοια προγράμματα, το αποδιδόμενο κέρδος αγγίζει το 1,45 ευρώ.

Καταρρίπτοντας μύθους

Αντιθέτως, στη χώρα μας, ελλείψει μιας κεντρικά σχεδιασμένης και συστηματικής πολιτικής για την υποστηριζόμενη εργασία, είναι μετρημένες στα δάχτυλα δομές ψυχικής υγείας, ΚΟΙΣΠΕ (Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης) και εξειδικευμένα κέντρα προστασίας νέων με νοητική υστέρηση που έχουν αναλάβει το ρόλο της πλαισιωμένης επαγγελματικής ένταξης κοινωνικά αποκλεισμένων συνανθρώπων μας, και τις οποίες η «σχεδία» επισκέφθηκε.

Μία από αυτές είναι η ΠΕΨΑΑΕ (Πανελλαδική Ένωση για την Ψυχοκοινωνική Αποκατάσταση και την Επαγγελματική Επανένταξη). «Δυστυχώς, οι λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας αποτελούν την πιο παραμελημένη ομάδα, αναφορικά με την επαγγελματική αποκατάσταση. Το ποσοστό ανεργίας τους υπερβαίνει το 80%, ενώ στα τριετή προγράμματα του ΟΑΕΔ για άτομα με αναπηρία (όπου επιδοτούνται οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων) ελάχιστα άτομα με ψυχική νόσο προσλαμβάνονται. Τα στερεότυπα που συνοδεύουν τον ψυχικά ασθενή είναι εκείνα της ανικανότητας προς εργασία και της επικινδυνότητας, τα οποία δεν είναι καθόλου κοντά στην πραγματικότητα. Εμείς θέλουμε να καταρρίψουμε αυτούς τους μύθους», επισημαίνει ο ψυχολόγος Νίκος Δρόσος, επιστημονικός σύμβουλος τοποθετήσεων και δικτύωσης της ΠΕΨΑΕΕ.

«Λειτουργούμε γραφείο υποστηριζόμενης εργασίας από το 2010. Το πρώτο βήμα μετά την υποδοχή του ατόμου είναι η σκιαγράφηση του επαγγελματικού του προφίλ, όπου βλέπουμε τις επιθυμίες του, τις ανάγκες, τα όνειρα και τους φόβους του. Το προφίλ χρησιμοποιείται ως οδηγός για το ταίριασμα των χαρακτηριστικών ενός ατόμου με την κατάλληλη για αυτό θέση εργασίας, ενώ μετά την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του εργοδότη και την ανάλυση της θέσης εργασίας, δηλαδή την προετοιμασία του ατόμου για τα καθήκοντά του, προχωρούμε στην τοποθέτηση του εργαζόμενου αλλά και στην υποστήριξή του για όποτε και όσο χρειαστεί. Φανταστείτε ένα άτομο που έχει μείνει για πολλά χρόνια εκτός εργασίας. Νιώθει μεγάλο άγχος. Αναρωτιέται αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί, αλλά και πώς τον βλέπουν οι άλλοι. Η στήριξη έρχεται να αποφορτίσει αυτό το στρες, να επιλύσει πρακτικές δυσκολίες, όπως ότι κάτι δεν μπορεί να το κάνει και ντρέπεται να το πει στον εργοδότη, αλλά και να αναπτύξει δεξιότητες όπως εκείνες της πρωτοβουλίας, της υπευθυνότητας και της διαχείρισης χρόνου. Το 2013, η ΠΕΨΑΕΕ, με τη χρηματοδότηση του Υπουργείου Υγείας, υλοποίησε το πιλοτικό πρόγραμμα “Γέφυρες Απασχόλησης”, διάρκειας 3,5 μηνών, για την καθιέρωση ενός εξειδικευμένου μοντέλου υποστηριζόμενης εργασίας στο χώρο της ψυχικής υγείας. Καταρτίσαμε 60 άνεργους με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες σε τέσσερις ειδικότητες (τραπεζοκομία, γενικών καθηκόντων, υπάλληλοι γραφείου με ή χωρίς μεγάλη χρήση υπολογιστή), όπως και 60 κοινωνικούς επιστήμονες στη συμβουλευτική απασχόλησης, αλλά και 50 εργαζόμενους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ως “μέντορες”, ενώ λειτούργησαν πιλοτικά 15 γραφεία υποστηριζόμενης απασχόλησης σε δομές ψυχικής υγείας. Τα αποτελέσματα ήταν πολύ θετικά. Δεν υπήρχε καμία διαρροή εργαζομένου, οι μισοί συνέχιζαν να δουλεύουν και μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου, ενώ μειώθηκαν και οι υποτροπές τους, ακριβώς γιατί η εργασία βοηθάει προς την πραγματική επανένταξη, ενώ ο αποκλεισμός από αυτήν οξύνει τα προβλήματα ψυχικής υγείας. Και όμως, το πρόγραμμα αυτό δεν είχε καμία συνέχεια. Ώς τώρα, δεν έχει υπάρξει καμία άλλη κρατική χρηματοδότηση δομής υποστηριζόμενης απασχόλησης», συμπληρώνει ο κ. Δρόσος.

Τη δική της περιπέτεια με τον εθισμό από το αλκοόλ και την εμπειρία της από την υποστηριζόμενη απασχόληση περιγράφει στη «σχεδία» η κ. Εμμανουέλα.

«Από τα 28 μου μέχρι τα 45, είχα αρκετά σοβαρό πρόβλημα με το αλκοόλ. Είχα φθάσει στο σημείο να χρειάζομαι να πιω ένα ποτήρι βότκα για να σηκωθώ από το κρεβάτι. Επί 29 χρόνια δούλευα ως αισθητικός. Την τελευταία πενταετία, όμως, λόγω του εθισμού, δεν μπορούσα να εργαστώ. Υπήρχε μια πλήρης παραίτηση. Είχα πέσει σε μια χρόνια κατάθλιψη. Είχα απομονωθεί από όλο τον κόσμο. Το μόνο άτομο με το οποίο ήμουν σε καθημερινή επαφή ήταν η κόρη μου, με την οποία συμφωνήσαμε ότι έπρεπε να κάνω κάτι δραστικό. Για επτά μήνες παρακολούθησα το πρόγραμμα απεξάρτησης του 18 ΑΝΩ και με τη λήξη του η κοινωνική μου λειτουργός μού πρότεινε να απευθυνθώ στην ΠΕΨΑΕΕ. Τον πρώτο χρόνο δουλέψαμε πάρα πολύ, με το σύμβουλο απασχόλησης, ως προς το τι θα μπορούσα να κάνω πέρα από την ειδικότητά μου. Τελικά, εδώ και 11 μήνες δουλεύω στον ΚΟΙΣΠΕ “Ευ ζην”, στον τομέα της καθαριότητας. Στην αρχή, αγχωνόμουν πώς θα με δουν οι συνάδελφοί μου. Είχα χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Φοβόμουν μη με απορρίψουν και πουν ότι δεν είμαι ικανή να συμμετέχω στην εργασία μου. Προσπαθώ αυτό το άγχος να το μειώσω όσο γίνεται περισσότερο. Είναι το βασικό που συνεχίζουμε να δουλεύουμε με τον εργασιακό μου σύμβουλο. Πλέον, γίνομαι κάθε μέρα όλο και καλύτερη. Μπορώ να αναλάβω ευθύνες στην εργασία μου. Δεν πίστευα ότι έχω την ικανότητα να συντηρήσω ένα τριώροφο κτίριο», καταλήγει η κ. Εμμανουέλα.

Φως στο τούνελ

Είναι ακριβώς τούτη την αναγεννητική διάσταση της υποστηριζόμενης απασχόλησης, μέσα από το προσωπικό του παράδειγμα, που μοιράζεται μαζί μας και ο κ. Γιώργος Τσαγκουρνός, εργαζόμενος στον ΚΟΙΣΠΕ «Ευ ζην» και λήπτης υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

«Από το 1989 που απολύθηκα από φαντάρος μέχρι το 1995 έψαχνα συνεχώς για δουλειά και το μόνο μου έβρισκα ήταν ολιγόμηνες συμβάσεις ως ταχυδρόμος. Το γεγονός ότι δεν έβρισκα εργασία ήταν ο κύριος παράγοντας που με οδήγησε να νοσήσω από ψυχωσική συνδρομή. Για δέκα χρόνια ήμουν αποκλεισμένος από την αγορά εργασίας. Από το ψυχιατρείο που πήγαινα και έγραφα τα φάρμακά μου, με ενημέρωσαν για το Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής του Αιγάλεω, όπου παρακολούθησα το εργαστήρι ηλεκτρονικών υπολογιστών, ενώ το 2005 ήμουν στον πυρήνα εκείνων που στήσαμε τον ΚΟΙΣΠΕ», σημειώνει ο κ. Τσαγκουρνός.

«Ήταν ένα φως στο τούνελ της ζωής μου, γιατί για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια φαινόταν μια ελπίδα για δουλειά. Η εργασία αποτέλεσε παράγοντα υγείας για μένα. Από τότε που δουλεύω στον συνεταιρισμό δεν είχα καμία υποτροπή. Καμιά φορά ξεχνάω ότι είμαι άρρωστος. Λόγω της πάθησης, στην αρχή φοβόμουν να σηκώσω το τηλέφωνο. Πίστευα ότι με παρακολουθούν και θέλουν να με σκοτώσουν. Τώρα από τα πιο συχνά πράγματα που κάνω είναι να σηκώνω το τηλέφωνο. Όσο δεν εργαζόμουν, έριχνα την ευθύνη στον εαυτό μου, είχα αυτοστιγματιστεί. Έλεγα: “Δεν δουλεύω γιατί είμαι άρρωστος”. Πλέον, άλλαξα εικόνα για τον εαυτό μου, αισθάνομαι αυτοεκτίμηση, αναλαμβάνω κάποια καθήκοντα και τα φέρνω εις πέρας, ενώ έχει αλλάξει και ο τρόπος που με βλέπει η οικογένειά μου. Δεν είμαι πια “το καημένο το παιδί που τι του έτυχε”. Δουλεύω στη γραμματεία του συνεταιρισμού ως στέλεχος υποδοχής όσων απευθύνονται για πρώτη φορά στον ΚΟΙΣΠΕ να βρουν εργασία, παίρνω εγώ το πρώτο ραντεβού. Παίζω και το ρόλο του εμψυχωτή, κάτι που σημαίνει πάρα πολλά για μένα, καθώς έχω φτάσει στο επίπεδο όχι μόνο να τα καταφέρνω για τον εαυτό μου, αλλά να βοηθάω και άλλους να μην τα παρατάνε», συνεχίζει ο κ. Τσαγκουρνός.

«Αυτός είναι και ένας ρόλος που βάλαμε στο μοντέλο υποστηριζόμενης απασχόλησης, διότι θεωρούμε ότι ειδικά για το λήπτη υπηρεσιών ψυχικής υγείας είναι πολύ σημαντικό η πρώτη του επαφή να είναι με κάποιον που έχει αντίστοιχα βιώματα και μπορεί να καταλάβει πώς νιώθει, ο οποίος και με το παράδειγμά του τού δίνει μια αισιοδοξία», υπογραμμίζει η κοινωνική λειτουργός Πόλα Νικολάου, πρόεδρος του ΚΟΙΣΠΕ «Ευ ζην».

«Όσοι έρχονται σε μας εντάσσονται σε μια ομάδα για περίπου έξι μήνες όπου γίνεται μία πλήρης ψυχολογική προετοιμασία και μια επαναφορά χαμένων δεξιοτήτων αναφορικά με την εργασία, όπως διαχείριση άγχους, διαπροσωπικών σχέσεων, η διαπραγμάτευση των εννοιών της συνέπειας, της ιεραρχίας. Αν κάποιος έχει να δουλέψει 10 χρόνια, φοβάται ότι έχει χάσει αυτές τις δεξιότητες. Το βασικό για έναν άνθρωπο με πρόβλημα ψυχικής υγείας είναι να ξαναδημιουργηθεί η επιθυμία του για εργασία. Υπάρχει ένα μεγάλο έλλειμμα στην ψυχιατρική μεταρρύθμιση. Δεν είναι χαρτογραφημένο πώς ένα άτομο που τελειώνει ένα κέντρο ημέρας θα φθάσει και θα υποστηριχθεί σε μια θέση εργασίας. Θα μπορούσε να υπάρχει ένα γραφείο υποστηριζόμενης απασχόλησης σε κάθε τομέα ψυχικής υγείας που θα κάνει ολοκληρωμένη διασύνδεση με την ελεύθερη αγορά εργασίας. Το δικό μας γραφείο είναι κατά 80% προσανατολισμένο στην εύρεση εργασίας στον ΚΟΙΣΠΕ. Το μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας επιθυμούν να απορροφηθούν σε ΚΟΙΣΠΕ γιατί αν ενταχθούν στην ανοιχτή αγορά εργασίας χάνουν το επίδομα αναπηρίας, με τις διαδικασίες να είναι χρονοβόρες για να το ξαναπάρουν, κάτι που είναι αντικίνητρο για να εργαστούν», προσθέτει η κ. Νικολάου.

Τον αντιστιγματιστικό ρόλο της υποστηριζόμενης απασχόλησης στο εργασιακό περιβάλλον αναδεικνύει, από την πλευρά της, και η κ. Αθηνά Φραγκούλη, αντιπρόεδρος της Εταιρείας Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας και πρόεδρος του ΚΟΙΣΠΕ «Διαδρομές».

«Κάθε άτομο που αντιμετωπίζει δυσκολίες κοινωνικές, εργασιακές, υπαρξιακές, είτε είναι μέλος μονογονεϊκής οικογένειας, με σωματική αναπηρία, ψυχολογική αδυναμία, αποφυλακισμένος ή απεξαρτημένος από ουσίες μπορεί αποταθεί στο γραφείο μας υποστηριζόμενης απασχόλησης, κι όχι μόνο για να ενταχθεί στον ΚΟΙΣΠΕ. Εάν τυχόν ο άνθρωπος που έρχεται να ζητήσει τη βοήθειά μας εργάζεται, θα τον υποστηρίξουμε να κρατηθεί στην εργασία του, οπότε αυτό σημαίνει ότι δουλεύουμε μαζί του, με το περιβάλλον του, και, εφόσον το επιθυμεί, και με τον εργοδότη του», σημειώνει η κ. Φραγκούλη.

«Θυμάμαι την περίπτωση ενός τραπεζικού υπαλλήλου στη Φωκίδα, όπου διαθέτουμε κινητή μονάδα, ο οποίος ολοένα και απομονωνόταν. Ο διευθυντής του, βλέποντάς τον απομονωμένο, του λέει: “Yπάρχει η υπηρεσία της κινητής μονάδας, πάμε να δούμε τον ψυχολόγο”. Εκείνος, όμως, δεν ήθελε. Μέχρι που η κατάστασή του επιβαρυνόταν και δεν εμφανιζόταν στη δουλειά του. Εμείς, συνεργαζόμενοι με τον εργοδότη και την οικογένειά του, αρχίσαμε να τον επισκεπτόμαστε στο σπίτι του, αναπτύχθηκε μια σχέση εμπιστοσύνης και δέχθηκε να λάβει ψυχολογική υποστήριξη μαζί με φαρμακευτική αγωγή. Απουσίασε από τη δουλειά του για τρεις μήνες. Όταν ξεπέρασε την κρίση, δουλέψαμε με τον εργοδότη και τους συναδέλφους του πώς θα ξαναμπεί στο εργασιακό περιβάλλον. Σχηματίσαμε μια μικρή ομάδα στην οποία μιλήσαμε για το τι σημαίνει στρες στο εργασιακό περιβάλλον, ποιοι παράγοντες μπορεί να μας οδηγήσουν σε μια ψυχολογική κρίση. Ανοίξαμε κουβέντα με του συναδέλφους του. Υπήρχαν κάποιοι που έλεγαν: “Εγώ δεν αντέχω να ξέρω ότι ένας άνθρωπος αντιμετωπίζει ψυχιατρικό πρόβλημα”, συναντήσαμε αυτή τη νοοτροπία περί “επικινδυνότητας”. Κι εμείς επιμέναμε: “Πλησίασε το συνάδελφό σου, μίλησε μαζί του”, αλλάζοντας, έτσι, το βλέμμα απέναντί του ακόμη κι εκείνων που ήταν τελείως αρνητικοί», καταλήγει η κ. Φραγκούλη.

Ο ρόλος της οικογένειας

Πέρα, όμως, από εκείνον της ψυχικής υγείας, πώς σκιαγραφείται η υποστηριζόμενη απασχόληση στη χώρα μας στους ανθρώπους με νοητική αναπηρία;

«Η στερεοτυπική εικόνα για τα άτομα με νοητική υστέρηση είναι ότι θα είναι κλεισμένα στο σπίτι, με τη βοήθεια της οικογένειας, θα λαμβάνουν ένα επίδομα ή θα πάνε σε ένα κέντρο και θα είναι βολεμένα εκεί. Το να είναι, ωστόσο, ένας άνθρωπος 30 χρόνια σε ένα προστατευμένο εργαστήρι συνιστά ιδρυματοποίηση, δεν κάνει το επόμενο βήμα. Πολλές φορές, μπορεί να έχουμε έναν άνθρωπο που να θέλει να εργαστεί και η οικογένειά του να αντιδρά. Υπάρχουν κάποιοι γονείς που έχουν την αντίληψη, η οποία είναι αδιέξοδη, ότι είναι καλύτερα το παιδί να είναι μαζί τους στο σπίτι, γιατί αν βγει έξω και πάει σε δουλειά θα το κοροιδέψουν», σημειώνει ο εκπαιδευτικός Γιάννης Μπίστας, διευθυντής του Ειδικού Εργαστηρίου Αγωγής για νέους/νέες με νοητική υστέρηση «Μαργαρίτα».

«Μετά την επαγγελματική κατάρτιση και αφού διαπιστώσουμε ότι κάποιος ενδιαφέρεται να εργαστεί, ξεκινάει μία προεργασία επαγγελματικού προσανατολισμού, η καταγραφή του επαγγελματικού προφίλ, των επιθυμιών και των προτιμήσεών του, ενώ το πρώτο διάστημα μετά την τοποθέτηση εκπαιδεύεται επιτόπου στο χώρο εργασίας από κάποιον εκπαιδευτή του “Μαργαρίτα”, παράλληλα με την αναζήτηση του μέντορα που θα παίξει τον συνδετικό κρίκο, με τη δική μας παρουσία σταδιακά να αραιώνει. Για κάποιους μαθητές μου, βλέποντας τη ριζική αλλαγή που είχαν μέσα από την υποστηριζόμενη εργασία, το πώς στάθηκαν στα πόδια τους κι εξελίχθηκαν, κατέρριψα και δικά μου στερεότυπα. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση μιας κοπέλας με σύνδρομο Down, που είχε λίγα μαλλιά, όπως και πρόβλημα με την ομιλία, που όταν έβγαινε έξω ένιωθε ότι όλοι την κοιτούσαν. Η δική μας υποστήριξη αναφορικά με την εργασία της, που ήταν στην καντίνα μιας εταιρείας, είχε να κάνει, κυρίως, με τη δυσκολία της στο ωράριο. Τελικά, κατάφερε και διατήρησε τη θέση της, είναι συνεπής στην εργασία της, δημιούργησε την προσωπική της ζωή, είναι πια ένας ανεξάρτητος άνθρωπος που κάνει όνειρα», συμπληρώνει ο κ. Μπίστας.

Είναι την καθοριστική σημασία αυτής της διττής παρέμβασης τόσο στον νεοτοποθετημένο εργαζόμενο όσο και στο εργασιακό του περιβάλλον που υπογραμμίζει και η κ. Καίτη Κατσούδα, υπεύθυνη της υπηρεσίας υποστηριζόμενης απασχόλησης του ιδρύματος προστασίας και αποκατάστασης παιδιών και νέων με νοητική υστέρηση «Η Θεοτόκος» και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Υποστηριζόμενης Απασχόλησης.

«Επειδή αυτοί οι άνθρωποι έχουν δεχθεί πολλές απορρίψεις, ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της συμβουλευτικής τόσο προς τους ίδιους όσο και προς το εργασιακό περιβάλλον τους είναι είναι να αναγνωριστούν οι ικανότητές τους. Ο φαύλος κύκλος ανάπτυξης αυτών των ανθρώπων ξεκινάει από την ίδια την οικογένεια και την κοινωνία που έχουν χαμηλές προσδοκίες από αυτούς, άρα και οι υπηρεσίες που τους παρέχονται στοχεύουν σε χαμηλές προσδοκίες. Όταν ζυμώνονται, όμως, με τον τυπικό πληθυσμό και απαιτείται από αυτούς να κάνουν πράγματα που ούτε καν είχαν φανταστεί και ανταποκρίνονται σε αυτά, τότε μεταμορφώνονται. Θυμάμαι μια κοπέλα που δεν είχε κίνητρα, ήταν ιδρυματοποιημένη, παρατημένη και την οποία είχαμε τοποθετήσει σε μια δημοτική επιχείρηση και τώρα αποσπάστηκε σε ένα ΚΑΠΗ. Το κρατάει πολλές φορές μόνη της, πηγαίνει γυμναστήριο, βάφει τα μαλλιά της, έχει βρει σύντροφο. Γιατί, λοιπόν, σε κάθε κέντρο του ΟΑΕΔ να μην υπήρχε και ένα γραφείο υποστηριζόμενης εργασίας;» καταλήγει η κ. Κατσούδα.

 

comments powered byDisqus

Κατηγοριες