12 Σεπτεμβρίου 2018

Το δικαίωμα στον ύπνο

Εκατομμύρια άνθρωποι μένουμε ξάγρυπνοι, καθώς, πέρα από το άγχος, έχει επιβληθεί η άποψη ότι η ανάπαυση είναι χαμένος χρόνος.  Όμως, ο ύπνος δεν είναι νεκρή ζώνη, αλλά ζωτική δραστηριότητα.
 
Του Σπύρου Ζωνάκη
 
Κατά τον Βολταίρο, «ο Ουρανός μάς έδωσε δύο πράγματα για να αντισταθμίσουμε τις πολλές δυστυχίες της ζωής: την ελπίδα και τον ύπνο», και αν λάβουμε υπόψη την άκρως ανησυχητική έκθεση που δημοσίευσε το 2016 το Αμερικανικό Κέντρο για τον Έλεγχο και την Πρόληψη των Ασθενειών χρειαζόμαστε πιο πολύ τουλάχιστον από τον δεύτερο.  Σύμφωνα με αυτήν, πάνω από 1 στους 3 Αμερικανούς κάνει ελλιπή ύπνο (λιγότερες από έξι με επτά ώρες ημερησίως), αναγορεύοντας τη στέρησή του σε ένα ύψιστο ζήτημα δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Στη συγκεκριμένη έρευνα, η έλλειψη ύπνου συνδέεται με επτά από τις δεκαπέντε κύριες αιτίες θανάτου στις ΗΠΑ: καρκίνο, καρδιαγγειακές παθήσεις, ατυχήματα, εγκεφαλικά επεισόδια, διαβήτη,  υπέρταση και σηψαιμία. 
 
Πέρσι, μία άλλη μελέτη της οργάνωσης «Rand Europe»  θα αποτιμήσει τον αντίκτυπο της έλλειψης ύπνου στις οικονομίες πέντε μεγάλων κρατών. Τα αποτελέσματα είναι  εντυπωσιακά: Ενδεικτικά, στις ΗΠΑ το οικονομικό κόστος (σε όρους επιβάρυνσης του συστήματος υγείας και μειωμένης παραγωγικότητας) υπολογίζεται ότι ανέρχεται στα  411 δις δολάρια και στη Βρετανία στις 40 δις στερλίνες. Όσον αφορά τους κύριους λόγους της (πέρα από τα οργανικά αίτια); Από το κάπνισμα, το αλκοόλ, τη μη ισορροπημένη διατροφή και την υπερβολική χρήση ηλεκτρονικών μέσων μέχρι το άγχος και το στρες, την εντατικοποίηση των ωρών εργασίας και τη δημιουργία μίας κοινωνίας που λειτουργεί πλέον 24 ώρες το 24ωρο. 
 
 
Είναι αυτές τις ολέθριες επιπτώσεις στον ύπνο των επεκτεινόμενων, αδιάκοπων διαδικασιών του καπιταλισμού του 21ου αιώνα που διερευνά ο Τζόναθαν Κρέιρι, καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και συγγραφέας του βιβλίου «24/7: Late Capitalism and the Ends of Sleep» (« 24/7. Ο ύστερος καπιταλισμός και το τέλος του ύπνου»), ο οποίος μίλησε στη «σχεδία».
«Υπάρχουν πλέον ελάχιστα διαλείμματα στην ανθρώπινη ύπαρξη (με σημαντικότερη εξαίρεση τον ύπνο) τα οποία δεν έχουν κυριευθεί και δεν έχουν μετατραπεί σε χρόνο εργασίας ή χρόνο κατανάλωσης. Το 24/7 υπονομεύει τη διάκριση ανάμεσα στην ημέρα και τη νύχτα, το φως και το σκοτάδι, τη δράση και την ανάπαυση. Η μεγαλύτερη προσβολή που μπορούν να κάνουν τα ανθρώπινα όντα στον αδηφάγο σύγχρονο καπιταλισμό συνίσταται στο να περνούν ένα τεράστιο μέρος της ζωής τους κοιμώμενοι, έξω από το τέλμα των τεχνητών αναγκών που αυτός τους επιβάλλει. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το ότι ο ύπνος διαβρώνεται πλέον παντού. Σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, μειωνόταν σταθερά ο χρόνος του ύπνου – ο μέσος ενήλικας στη Βόρεια Αμερική κοιμάται πλέον εξήμισι ώρες τη νύχτα από οχτώ ώρες πριν από μια γενιά και από δέκα ώρες στις αρχές του 20ου αιώνα», τονίζει ο κ. Κρέιρι. 
 
«Ένας πιο ευέλικτος και μειωμένος χρόνος ύπνου δεν θα μας επιτρέπει, μας λένε, να έχουμε περισσότερη προσωπική ελευθερία, δεν θα μας δίνει τη δυνατότητα να προσαρμόζουμε τη ζωή μας στις ανάγκες και τις επιθυμίες μας; Ο λιγότερος ύπνος δεν θα μας προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες να “ζούμε τη ζωή μας στο έπακρο;”. O ύπνος είναι πλέον μια εμπειρία που έχει αποκοπεί από έννοιες όπως η ανάγκη ή η φύση. Μέσα στο παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελεύθερο παράδειγμα, ο ύπνος είναι για τους χαμένους. H επίθεση εναντίον του ύπνου είναι αδιαχώριστη από τη συνεχιζόμενη κατάλυση της κοινωνικής προστασίας σε άλλες σφαίρες. Όλες αυτές οι φαλκιδεύσεις δημιουργούν τις συνθήκες αϋπνίας στις οποίες ο ύπνος πρέπει να αγοράζεται. Σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα για τη χρησιμοποίηση υπνωτικών, το 2010 συνταγογραφήθηκαν σκευάσματα όπως το Ambien ή το Lunesta σε περίπου πενήντα εκατομμύρια Αμερικανούς, ενώ εκατομμύρια άλλοι αγόρασαν υπνωτικά χωρίς συνταγή», καταλήγει.
 Είναι αυτό το δικαίωμα στον ύπνο ως ένα ζήτημα εξόχως υπαρξιακό και ταυτόχρονα πολιτικό που διεκδικεί, από την πλευρά του, και ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Θεσσαλίας και συνεπιμελητής του περσινού εικαστικού, λογοτεχνικού, φιλοσοφικού πρότζεκτ «Ύπνος Project», που έλαβε χώρα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. «Αυξάνεται στις μέρες μας ο αριθμός των ανθρώπων που πάσχουν από διαταραχές ύπνου. Ακούμε από πολλούς γύρω μας να λένε: “Ξυπνάω στις τρεις τη νύχτα και μένω άυπνος”. O ύπνος είναι ένα αγαθό που μοιάζει να κλονίζεται και να διαταράσσεται στην εποχή μας. Έπαψε να είναι μια πρωταρχική σωματική λειτουργία για να γίνει ένας κοινωνικός μηχανισμός. Τίποτα δεν είναι πιο καταδεικτικό για τη μετατροπή του ύπνου σε “μηχανισμό” από τη μορφολογία, την επίπλωση και τον εξοπλισμό των υπνοδωματίων, από μία νέα υβριδική τυπολογία του 21ου αιώνα που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε “υπνοδωμάτιο-γραφείο”. Ακόμη και το υπνοδωμάτιο γίνεται χώρος εργασίας –ολοένα και περισσότεροι εργάζονται με το λάπτοπ στο κρεβάτι–, καταλύοντας τη διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου, εργασίας και ελεύθερου χρόνου, ημέρας και νύχτας. Κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα την υπερφόρτωση του νευρικού συστήματος  του νυσταγμένου και, ταυτόχρονα, άυπνου πλήθους της μεταφορντικής άυλης εργασίας. Ο ύπνος βρίσκεται στον πυρήνα της βιοπολιτικής και της υπαρξιακής μας συνθήκης. Κι όμως, υποτιμήθηκε για δεκαετίες από ανθρωπολόγους, πολιτικούς και κοινωνικούς επιστήμονες, αρχιτέκτονες. Εναποτέθηκε η ενασχόληση μαζί του αποκλειστικά στους ψυχολόγους, στη φαρμακολογία και σε κάποιες πρακτικές οδηγίες του στιλ: “πιες ένα γάλα ή φάε ελαφριά πριν κοιμηθείς”. Δεν αναρωτιόμαστε, ωστόσο, τι έχει αλλάξει και δεν μπορούμε να κοιμηθούμε. Οφείλουμε να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στη ραστώνη, τον ύπνο, την ανάπαυση, στοιχεία εξορισμένα, καθώς θεωρούνται μη παραγωγικά. Υπάρχει, ωστόσο, παραγωγικότητα χωρίς το άργος και την αδράνεια; Ο ύπνος δεν είναι νεκρή ζώνη ούτε “χαμένες ώρες”, αλλά ζωτική δραστηριότητα. Είναι ακριβώς αυτό που θελήσαμε να φέρουμε προς συζήτηση με την έκθεση», επισημαίνει ο κ. Τζιρτζιλάκης.
 
Σιέστα στη δουλειά
Είναι, όντως, η επανεύρεση του ύπνου μια δημόσια υπόθεση; Αυτό ισχυρίζεται ο γάλλος γιατρός-υπνολόγος δρ. Ζαν-Πιερ Τζιορντανελλά (Jean-Pierre Giordanella), συντάκτης της ομότιτλης περσινής έκθεσης («Retrouver le sommeil, une affaire publique»). «Το ένα τρίτο των νέων και το 25% των ηλικιωμένων πάσχει από χρόνια στέρηση ύπνου, ενώ η Γαλλία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος καταναλωτής υπνωτικών στην Ευρώπη μετά την Πορτογαλία, συνταγογραφούνται μαζικά βενζοδιαζεπίνες χωρίς κανέναν έλεγχο –το 2013 καταναλώθηκαν 131 εκατομμύρια κουτιά–, προκαλώντας εξάρτηση και υπνηλία», σημειώνει ο κ. Τζιορντανελλά. 
 
 
«Και όμως, συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι ο ύπνος είναι  μια καθαρά ιδιωτική υπόθεση, ότι δεν αφορά τους άλλους και ακόμη λιγότερο τις δημόσιες πολιτικές.  Αντιθέτως, οι δημόσιες αρχές επιτρέπουν στα εμπορικά καταστήματα και στις διοικητικές υπηρεσίες και υποδομές, όπως βιβλιοθήκες και μουσεία, να κλείνουν όλο και πιο αργά.  Η υποτιθέμενη ελευθερία μας να κοιμόμαστε την ώρα που θέλουμε είναι, συνεπώς, μια πλάνη. Η έλλειψη ύπνου βρίσκεται στην καρδιά της παραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων. Τα παιδιά των πιο φτωχών οικογενειών είναι εκείνα που συσσωρεύουν τα μεγαλύτερα χρέη ύπνου. Όμως, τα ωράρια εργασίας, η κοινωνική οργάνωση και οι ρυθμοί της ζωής είναι παράγοντες που επηρεάζουν τον ύπνο όλων μας. Εκείνου που ψάχνει εργασία, του στελέχους επιχείρησης που κοιτάει αργά το βράδυ τα επαγγελματικά του email στο κινητό, της νοσοκόμας που φροντίζει τα παιδιά της το πρωί, ενώ δουλεύει όλη τη νύχτα. Η διασφάλιση του δικαιώματος στον καλό ύπνο πρέπει να αποτελέσει πολιτική προτεραιότητα στη δημόσια υγεία, ακριβώς όπως και αυτό στην καλή διατροφή. Γιατί να μην μεταθέταμε, χαρακτηριστικά, την ώρα έναρξης των μαθημάτων στα σχολεία στις εννιά το πρωί ή να μην καθιερώναμε τη σιέστα στους χώρους εργασίας, την ώρα που το 20% των γάλλων εργαζομένων αποκοιμιέται μπροστά στις οθόνες του υπολογιστή του εν ώρα εργασίας; Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα δωμάτιο ηρεμίας για να επιστρέψουν αναζωογονημένοι ύστερα από 20 λεπτά ύπνου. Δεν μπορεί η οργάνωση της εργασίας να περιορίζεται σε έναν τυφλό τεϊλορισμό», συνεχίζει.
Πράγματι,  η διασφάλιση του δικαιώματος στον ύπνο, διεθνώς κάθε άλλο παρά βρίσκεται στο επίκεντρο των δημόσιων πολιτικών υγείας,  αλλά  επαφίεται, κυρίως, σε μεμονωμένες ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Χαρακτηριστικά, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις στην Ιαπωνία, μία χώρα όπου ο ύπνος των εργαζομένων κατά μέσο όρο δεν υπερβαίνει τις έξι ώρες και είκοσι λεπτά (ο χαμηλότερος στον κόσμο) ενθαρρύνουν τους υπαλλήλους τους να παίρνουν έναν υπνάκο εν ώρα εργασίας, διαθέτοντας «δωμάτια σιέστας»,  ενώ πολλά καφέ δίπλα σε εταιρείες προσφέρουν ειδικές εκπτώσεις σε πελάτες που παίρνουν τόσο το γεύμα τους όσο και τον ύπνο τους σε ένα μικρό κρεβάτι. Αλήθεια, όμως, πώς θα σας φαινόταν αν μία επιχείρηση επιδοτούσε τον ύπνο των εργαζομένων της; Ουτοπικό; Κάθε άλλο! Για κάθε 20 μέρες που κοιμούνται τουλάχιστον επτά ώρες καθημερινά, οι υπάλληλοι της αμερικανικής ασφαλιστικής  εταιρείας Aetna κερδίζουν 25 δολάρια (η διάρκεια του ύπνου τους ανιχνεύεται μέσα από συσκευές FitBit με τις οποίες εφοδιάζονται), ενώ η εταιρεία τούς παρέχει και υποχρεωτικά μαθήματα ύπνου! Μάλιστα, η μικρή αγροτική ισπανική πόλη Αντόρ (Ador) κοντά στη Βαλένθια θα γίνει η πρώτη στον κόσμο που θεσμοθέτησε, το 2015, την υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα. Όλα τα καταστήματα, τα μπαρ και οι επιχειρήσεις παραμένουν κλειστά από τις δύο μέχρι τις πέντε το απόγευμα, έτσι ώστε να δίνεται η ευκαιρία στους εργαζόμενους να ξεκουράζονται. 
 
 
Ποια είναι, ωστόσο, εκείνη η κατηγορία των εργαζομένων που πλήττεται περισσότερο από κάθε άλλη από τη στέρηση ύπνου; Όσοι εργάζονται σε βραδινές βάρδιες και τη νύχτα (π.χ. γιατροί, οδηγοί): «Είναι το 20% των εργαζομένων στη Γαλλία, ενώ κοιμούνται περίπου μία-δύο ώρες καθημερινά λιγότερο από τους υπόλοιπους και διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου και καρδιαγγειακών παθήσεων», υπογραμμίζει ο κ. Τζιορντανελλά. 
Τη δική της περιπέτεια τόσο με την έλλειψη ύπνου όσο και με την αϋπνία περιγράφει στη «σχεδία» η νεαρή ειδικευόμενη γιατρός Σωτηρία Στεφανιώτου. «Εμείς οι γιατροί έχουμε την τιμητική μας στις μειωμένες ώρες ύπνου, μιας και κατά μαγικό τρόπο θεωρείται ότι έχουμε διαφορετικό βιολογικό ρολόι. Καλούμαι στις εφημερίες να δουλεύω 24 ώρες το 24ωρο, κυριολεκτικά στο πόδι, δύο φορές την εβδομάδα και την άλλη μέρα να συνεχίσω μέχρι το απόγευμα, καθώς μπορεί να προβλέπεται ρεπό, αλλά λόγω των απαιτήσεων σε δυναμικό δεν τηρείται σχεδόν ποτέ. Τόσο ο σωματικός όσο και ο ψυχικός αντίκτυπος της έλλειψης ύπνου είναι πολύ έντονος. Πρήζονται τα πόδια μου, ενώ η εξάντληση των ψυχικών αποθεμάτων μου έχει σαν αποτέλεσμα στις διαπροσωπικές μου σχέσεις εκεί που θα αντιδρούσα κάποτε πιο ήρεμα, τώρα αντιδρώ με νευρικότητα, ευερεθιστότητα, έλλειψη υπομονής και ανοχής. Είναι ένας φαύλος κύκλος, η έλλειψη ύπνου προκαλεί στρες και το στρες αϋπνία. Προτού ξεκινήσω τις εφημερίες, πριν από δύο χρόνια, ήμουν προικισμένη να κοιμάμαι εύκολα και βαθιά, είχα πολύ καλά ρυθμισμένο τον ύπνο μου. Πολλές φορές, πλέον, είναι τέτοια η υπερένταση και το συγκεντρωμένο άγχος, που κάνω διακεκομμένο ύπνο. Ξυπνάω στις τρεις, τις τέσσερις και τις πέντε το πρωί, πιστεύοντας ότι άφησα κάποια εκκρεμότητα, ότι χτύπησε το τηλέφωνο και κάποιο περιστατικό με περιμένει, βλέπω όνειρα με ασθενείς και πάλι ξυπνάω. Όταν έκανα ασκήσεις στο γυμναστήριο, με χαλάρωναν. Δεν μπορούσα, όμως, να κρατήσω ένα σταθερό πρόγραμμα στο γυμναστήριο και να δω συνολικότερα αποτελέσματα, γιατί δεν έχω το χρόνο να το κάνω», τονίζει η κ. Στεφανιώτου, μέλος του Συλλόγου Νέων Ιατρών.
 
Σχολείο αργότερα
Αλήθεια, όμως, πώς σκιαγραφείται το ζήτημα της έλλειψης ύπνου στην Ελλάδα; 
«Έχει αλλάξει τελείως πια το προφίλ των αϋπνικών στην Ελλάδα. Πριν από δέκα χρόνια, βλέπαμε κυρίως μεσήλικες και ηλικιωμένους, ενώ πλέον η πλειονότητα είναι νέοι. Έχει αυξηθεί δραματικά το άγχος και το στρες σε αυτές τις ηλικίες, οι άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους, έχουν όλο και περισσότερες αγωνίες», σημειώνει ο νευρολόγος-υπνολόγος κ. Τάσος Μπονάκης, μέλος του ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Έρευνας του Ύπνου. «Εκεί, ωστόσο, που η στέρηση  ύπνου είναι πραγματική μάστιγα είναι στα παιδιά. Σύμφωνα με έρευνα που κάναμε σε σχολεία, οι έφηβοι στην Ελλάδα  ηλικίας 15-16 ετών κοιμούνται γύρω στις 6,5-7 ώρες, αντί για 8,5-9. Ένα ποσοστό 60-65% έχουν προβλήματα στον ύπνο τους, ενώ ένα 30-35% υποφέρουν από αϋπνία. Ο καλός ύπνος, όμως, είναι άμεσα συνδεδεμένος με την καλή σχολική απόδοση. Τα παιδιά που στερούνται τον ύπνο γίνονται απόμακρα, καταθλιπτικά, επιθετικά, υπερκινητικά, αποκτούν διαταραχές στη μνήμη και στη συγκέντρωσή τους. Διαγνώσαμε πολλά τέτοια παιδιά, όπου η διαταραχή ύπνου τους  δεν είχε γίνει αντιληπτή ούτε από τους γονείς ούτε από τους γιατρούς. Μοιραία, αποφασίσαμε να ρίξουμε το βάρος στην ενημέρωση των εφήβων. Δεν υπάρχει εκπαίδευση ύπνου στα σχολεία. Με τον ηθοποιό Πέτρο Αλατζά γράψαμε το θεατρικό “Τι θα γίνει; Θα κοιμηθούμε απόψε;”, γύρω από μία έφηβη μαθήτρια που έχει να κοιμηθεί τρία βράδια και τι προκαλείται ακριβώς στον εγκέφαλό της. Το έχουν δει πάνω από 4.000 μαθητές. Το 70% των εφήβων ασχολείται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ύπνου με τάμπλετ, κινητά και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι δεν θα καταφέρουμε ποτέ να υπερνικήσουμε την τεχνολογία. Η σύστασή μου, συνεπώς, δεν είναι να κοιμηθούν τα παιδιά πιο νωρίς, αλλά να αρχίσουν πιο αργά τις δραστηριότητές τους.  Θα έπρεπε τα μαθήματα να ξεκινούν αντί για τις οκτώ στις εννιά», καταλήγει ο κ. Μπονάκης.
 
 
Όντως, στις Ηνωμένες Πολιτείες το κίνημα «Start School Later», που συσπειρώνει πολιτικούς, επαγγελματίες της υγείας, γονείς και εκπαιδευτικούς και τάσσεται υπέρ της μετάθεσης της ώρας έναρξης των σχολείων από τις 7.30 και τις 8.00 στις 8.30 και στις 9.00 το πρωί έχει λάβει μορφή χιονοστιβάδας, με πάνω από 250 γυμνάσια και λύκεια  σε όλη τη χώρα να κάνουν το βήμα της αλλαγής. Μάλιστα, το 2015 η πολιτεία του Νιου Τζέρσεϊ και το 2016 εκείνη του Μέριλαντ θα ψηφίσουν την πιλοτική του εφαρμογή, ενώ τον περασμένο Απρίλιο στη γερουσία της Καλιφόρνιας κατατέθηκε νομοσχέδιο που προβλέπει να μην ξεκινάνε τα μαθήματα πριν από τις 8.30. Τα αποτελέσματα στα σχολεία με την «αργοπορημένη εκκίνηση», σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Αμερικανικού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών, είναι άκρως ενθαρρυντικά: Χαρακτηριστικά, ο ύπνος του 60% του μαθητών αυξήθηκε σε πάνω από οκτώ ώρες, ο μέσος όρος αποφοίτησής τους ανήλθε από το 79 στο 88%, βελτιώθηκαν οι σχολικές τους επιδόσεις, μειώθηκε  κατά 14% η κατανάλωση μαριχουάνας, αλκοόλ και τσιγάρου, έπεσε κατά 11% το ποσοστό των μαθητών με κατάθλιψη, ενώ τα τροχαία ατυχήματα με έφηβους οδηγούς-μαθητές των συγκεκριμένων σχολείων έκαναν βουτιά της τάξης του 70%. 
 
Κι αν για τη μάχη ενάντια στην εφηβική στέρηση ύπνου προτείνεται και η αλλαγή των σχολικών ωραρίων, πώς θα έπρεπε ευρύτερα να καταπολεμηθεί η αϋπνία; «Το στρες, το άγχος, η κατάθλιψη είναι οι πιο ισχυροί λόγοι που κάποιος καταλήγει στην αϋπνία. Δυστυχώς, η πιο συνηθισμένη αντιμετώπισή της στην Ελλάδα είναι ακόμη η φαρμακολογική, και μάλιστα με φάρμακα που προκαλούν εξάρτηση», σημειώνει ο κ. Αλέξανδρος Βγόντζας, καθηγητής στο Τμήμα Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου της Κρήτης και διευθυντής του Κέντρου Μελέτης Ύπνου στο ΠΑΓΝΗ. «Με την ομάδα μου εφαρμόζουμε μια μορφή πολυεστιασμένης ψυχοθεραπείας, τη γνωσιακή-συμπεριφορική, που έχει δύο σκέλη. Το ένα είναι η συμπεριφορά του ανθρώπου σε σχέση με τον ύπνο (π.χ. να  ασκείται,  να αποφεύγει το κάπνισμα και το αλκοόλ προ του ύπνου, να μην τρώει και βλέπει τηλεόραση στο κρεβάτι) και το δεύτερο είναι πώς αντιμετωπίζει τις σκέψεις που τοναπασχολούν όταν πάει στο κρεβάτι του. Η αϋπνία στην πιο σοβαρή της μορφή πλήττει το 10% και στις πιο ελαφριές το 30% του πληθυσμού στην Ελλάδα και έχουμε πλέον τη γνώση ότι μπορεί να προκαλέσει από υπέρταση μέχρι κατάθλιψη και ελάττωση του προσδόκιμου ζωής. Την ίδια ώρα, όμως, τα περισσότερα κέντρα ύπνου στη χώρα μας ασχολούνται συνήθως με την υπνική άπνοια και κατευθύνονται από πνευμονολόγους, ενώ θα έπρεπε να στελεχώνονται και από ψυχολόγους, ψυχιάτρους, διαιτολόγους και να έχουν μια πιο ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των προβλημάτων ύπνου», καταλήγει ο κ. Βγόντζας.  
 

comments powered byDisqus

Κατηγοριες