05 Σεπτεμβρίου 2018

Η τέχνη της αριστείας

Παρά την αναμφισβήτητη παιδαγωγική της αξία, η καλλιτεχνική εκπαίδευση απουσιάζει από το ελληνικό σχολείο. Και όμως, ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα.
 
Κείμενο: Σπύρος Ζωνάκης
 
Χτυπάει το κουδούνι, οι μαθητές συγκεντρώνονται στην τάξη και προετοιμάζονται για το μάθημα: Αντί, όμως, να κάτσουν στα θρανία, τα παιδιά θα περάσουν όλες τις σχολικές τους ώρες εξερευνώντας ομαδικά τη γεωμετρία μέσω του χορού, τον κύκλο του νερού μέσα από τη ζωγραφική και το μάθημα της γλώσσας μέσω της γλυπτικής. Ουτοπία; Κάθε άλλο! Αυτό το σχολείο υπάρχει στην πραγματικότητα. Είναι ένα δημοτικό σχολείο στην πόλη  Γκέιτσβιλ (Gatesville) στη Βόρεια Καρολίνα, όπου το 25% των κατοίκων ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Κι όμως, οι σχολικές επιδόσεις των μαθητών του είναι κατά 14% υψηλότερες από εκείνες των υπόλοιπων πρωτοβάθμιων ιδρυμάτων της πολιτείας. Το συγκεκριμένο σχολείο αποτελεί μέλος του πρότζεκτ «A + School Program», που ξεκίνησε να υλοποιείται το 1995 από το Συμβούλιο Τεχνών της Βόρειας Καρολίνας και προβλέπει την αντικατάσταση της παραδοσιακής μετωπικής διδασκαλίας από εκείνη με εργαλείο τις τέχνες. Πάνω από 40 σχολεία στη συγκεκριμένη πολιτεία συμμετέχουν στο πρόγραμμα, ενώ έχει επεκταθεί στις πολιτείες του Μέριλαντ, του Αρκάνσας, της Οκλαχόμα και της Λουιζιάνας, συμπεριλαμβάνοντας 120 σχολεία. Τα αποτελέσματα είναι θεαματικά. Ενδεικτικά, στο Γυμνάσιο Μπέιτς (Bates) στην Αννάπολη του Μέριλαντ, από το 2007, οπότε και αποφασίστηκε η βασισμένη στις τέχνες διδασκαλία, έπεσαν κατακόρυφα οι σχολικές αποβολές, ενώ το ποσοστό αριστείας των μαθητών στα μαθηματικά και τη γλώσσα είναι τέσσερις και πέντε φορές μεγαλύτερο από αυτό στα υπόλοιπα σχολεία της πολιτείας. 
 
 
Πράγματι, μια μελέτη του Εθνικού Ιδρύματος Προστασίας Τεχνών των ΗΠΑ, του 2012, αναφορικά με την επίδραση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στην εξέλιξη μαθητών από μη προνομιούχες και κοινωνικά αποκλεισμένες οικογένειες, αναδεικνύει τη σπουδαιότητα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στη γνωστική και κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Όσα έχουν πρόσβαση στις τέχνες στο σχολικό περιβάλλον εμφανίζουν πενταπλάσιες πιθανότητες αποφοίτησης από το σχολείο από όσα τη στερούνται, υπερτριπλάσια ποσοστά ολοκλήρωσης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αλλά και σχεδόν διπλάσια ποσοστά συμμετοχής σε εθελοντικές δράσεις.
 
ΑΥΤΕΝΕΡΓΕΙΑ & ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ
Πώς θα σας φαινόταν, ωστόσο, ένα σχολείο στην Ελλάδα, όπου δίνει χώρο στην ομαδικότητα, την πρωτοβουλία και την αυτενέργεια των μαθητών, οι οποίοι προχωρούν σε δραματουργική επεξεργασία ενός θεατρικού έργου, στη μελέτη του σύγχρονου χορού, αλλά και συμμετέχουν σε λογοτεχνικό εργαστήρι δημιουργικής γραφής; Μακρινό όνειρο; Καθόλου. Αυτά συμβαίνουν στο Καλλιτεχνικό Σχολείο (Γυμνάσιο-Λύκειο) του Γέρακα (το ένα από τα τρία καλλιτεχνικά σχολεία της χώρας – τα άλλα δύο είναι στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο Κρήτης και στα οποία οι κατευθύνσεις είναι τρεις: χορός, θέατρο-κινηματογράφος, εικαστικές τέχνες), που λειτουργεί από το 2004. «Το σχολείο μας δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε “παιδιά-ταλέντα”, αλλά σε αυτά που έχουν διάθεση να μάθουν. Αυτό που επιδιώκουμε είναι η “συνάντηση” με κάθε μαθητή, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας σταθερός διάλογος, και όχι μόνο γύρω από την τέχνη. Πολύ περισσότερο, μαθαίνουμε στα παιδιά να διεκδικούν χώρο για τις προσωπικές τους ανάγκες, δίχως να ανάγουν την ατομικότητά τους σε απόλυτη αξία, αφού στο περιβάλλον της καθημερινής συνεργασίας μας κυριαρχεί ο αλληλοσεβασμός και η αλληλεγγύη. Τα παιδιά, προετοιμαζόμενα για μία θεατρική ή εικαστική πράξη, μαθαίνουν να αποδέχονται τον εαυτό τους και τον άλλον. Υπήρχαν παιδιά που είχαν υποστεί μπούλινγκ στο δημοτικό ή υποτίμηση της προσωπικότητάς τους από τους δασκάλους και στην αρχή ήταν επιφυλακτικά, δεν μιλούσαν σε κανέναν. Σιγά σιγά, βλέποντας τα υπόλοιπα παιδιά να τα παρακινούν, να τα πλησιάζουν, ανοίχτηκαν», σημειώνει η δρ. Κορίνα Πρεβεδουράκη, ζωγράφος και εκπαιδευτικός στο σχολείο του Γέρακα. «Είμαστε ένα δημοκρατικό σχολείο που δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά να είναι χαρούμενα, καθώς έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν τις δεξιότητες και τα ταλέντα τους. Τα παιδιά δεν ντρέπονται να εκφραστούν, γιατί τους δίνεται απόλυτη ελευθερία προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς το φόβο των επικρίσεων. Και αυτό που λείπει από τα σχολεία σήμερα είναι η χαρά, η ικανοποίηση και ο ενθουσιασμός. Θα θέλαμε η εμπειρία μας να διαχυθεί σε όλο το δημόσιο σχολείο. Παράλληλα, είμαστε ένα σχολείο ανοιχτό στην κοινωνία, που μέσα από την αισθητική καλλιέργεια επιδιώκει να διαμορφώσει δημοκρατικούς πολίτες. Κάθε χρόνο κάνουμε δράσεις που εστιάζουν στην κοινωνική προσφορά. Παρουσιάσαμε ένα θεατρικό δρώμενο στηριγμένο στην “Αντιγόνη” του Σοφοκλή, στο Κέντρο Κράτησης Ανηλίκων στον Αυλώνα, με τα παιδιά να λένε ότι μόλις βγουν από τη φυλακή θα επισκεφθούν το σχολείο μας», τονίζει η δρ. Πολυτίμη Γκέκα, διευθύντρια του σχολείου.
 
 
Μάλιστα, σχεδόν όλα τα πρότζεκτ του σχολείου είναι διαθεματικά, προβλέποντας τη συνεργασία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων καθηγητών καλλιτεχνικών ή γενικών μαθημάτων. «Χαρακτηριστικά, διδάξαμε το πείραμα και τη ζωή του Ερατοσθένη στα αγγλικά, ενώ κάποια παιδιά το έκαναν θεατρικό και κινητικό πρότζεκτ. Έτσι, υπήρχαν πολλαπλά οφέλη για τα παιδιά, στην κίνηση, τα αγγλικά και τα μαθηματικά. Βραβευτήκαμε και από το Βρετανικό Συμβούλιο», σημειώνει η καθηγήτρια των αγγλικών Βίκυ Φλώρου. «Παρουσιάζοντας τα γεωμετρικά σχήματα και δύσκολες μαθηματικές έννοιες με θεατρικές δράσεις, με βιωματικό τρόπο, τα παιδιά αλλάζουν την αντίληψη που έχουν για τα μαθηματικά, ένα αντικείμενο που το φοβούνται, που θεωρούν ότι δεν έχει σχέση με τη ζωή τους», προσθέτει η δρ. Παναγιώτα Κοταρίνου, μαθηματικός στο σχολείο του Γέρακα.
 
ΤΑΧΕΙΑ ΩΡΙΜΑΝΣΗ
Πέρα, όμως, από τα καλλιτεχνικά, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία σχολείων που δίνουν έμφαση στην τέχνη. Πρόκειται για τα 42 μουσικά σχολεία. Πώς αντιλαμβάνεται την παιδαγωγική τους αξία ένας γονιός παιδιού που φοιτά στο Μουσείο Σχολείο Τρικάλων, ο οποίος είναι ταυτόχρονα και φιλόλογος στο συγκεκριμένο σχολείο; 
«Ερχόμενος πριν από δέκα χρόνια, ένιωσα ενθουσιασμό με το νέο εργασιακό μου περιβάλλον», μας λέει ο εκπαιδευτικός Αγαθοκλής Αζέλης. «Οι καθηγητές των μαθημάτων γενικής παιδείας συνεργάζονται με καθηγητές της μουσικής, το σχολείο γίνεται σχολή για τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς του. Θυμάμαι που ζήτησα από τα παιδιά της Γ’ Γυμνασίου να γράψουν μια άσκηση προέκτασης για την “Ελένη” του Ευριπίδη και τα παιδιά είχαν ετοιμάσει από ένα μονόπρακτο που άγγιζε ώς και τις 10 σελίδες. Μετά βρέθηκαν σε σπίτια, συζήτησαν, ετοίμασαν έναν διάλογο με αφορμή το κείμενο και τον μελοποίησαν.  Η συμμετοχή στα μουσικά σύνολα διδάσκει στα παιδιά τον απόλυτο συντονισμό και τη συνεργασία, την υπέρβαση του εγώ και τη διάλυσή του μέσα στο εμείς της συλλογικότητας, με έναν ιδιαίτερο τρόπο: Ενώ δεν καταργείται το υποκείμενο-πρόσωπο, εναρμονίζεται με το συλλογικό υποκείμενο-μουσικό σύνολο, στο οποίο κάθε όργανο ξεχωρίζει μεν, όμως αυτό γίνεται μέσα από την ένωση με τα άλλα με στόχο την επίτευξη του τελικού αποτελέσματος, το οποίο υπακούει σε τελευταία ανάλυση και σε μια αισθητική αρχή. Το αποτέλεσμα είναι μαθητές και εκπαιδευτικοί να ενεργούν σαν μέλη μιας πολυμελούς οικογένειας, η οποία μαθαίνει να αντιμετωπίζει συλλογικά τα ζητήματα που προκύπτουν κάθε φορά. Απουσιάζουν, για παράδειγμα, από το σχολείο μας ο ανταγωνισμός, τα φαινόμενα σχολικής βίας και εκφοβισμού. Παράλληλα, είδα μέσα από τα μάτια του παιδιού μου την αξία της μουσικής παιδείας. Διαπίστωσα αλλαγές στη μαθησιακή του πορεία, την ετοιμότητά του να μάθει οτιδήποτε σύνθετο και δύσκολο, αλλά και μία ταχεία συναισθηματική ωρίμανση. Από εκεί που ήταν ένα παιδί συνεσταλμένο μετεξελίχθηκε, μέσα από τις κοινές δράσεις, σε ένα αρκετά κοινωνικό παιδί, απέκτησε αυτοπεποίθηση», καταλήγει ο κ. Αζέλης. 
 
 
Στη Φινλανδία, η μουσική είναι υποχρεωτική για όλους τους μαθητές ηλικίας 7 έως 16 ετών, ενώ οι ώρες διδασκαλίας της φθάνουν τις οκτώ εβδομαδιαίως. Ποια είναι, όμως, η θέση της στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα; 
«Διδάσκεται μόλις μία ώρα στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, ενώ είναι επιλεγόμενο μάθημα στην Α’ Λυκείου. Μάλιστα, αντί να αυξήσει σε τουλάχιστον έξι ώρες εβδομαδιαίως τις ώρες διδασκαλίας της μουσικής από το προνήπιο μέχρι τη Γ’ Λυκείου (σε κατάλληλα εξοπλισμένη αίθουσα μουσικής), το Υπουργείο Παιδείας συνεχίζει να επιτρέπει να ανατίθεται η διδασκαλία του μαθήματος της μουσικής στο δημοτικό στον δάσκαλο γενικής παιδείας», σημειώνει η δρ. Γεωργία Μαρκέα, σχολική σύμβουλος μουσικής. «Το σχολείο χρειάζεται να είναι πραγματικά υπέροχο και ελκυστικό για τα παιδιά. Να τα αγκαλιάσει, να τα κάνει να το αγαπήσουν, κι όχι να τα απομακρύνει. Και η μουσική είναι το καλύτερο φάρμακο για να επιτευχθεί αυτό. Τώρα, τους δίνουμε αποστήθιση, τεστ και διαγωνίσματα και τους αφαιρούμε τα καλύτερά τους χρόνια. Τους στερούμε την ευκαιρία να ανακαλύψουν εγκαίρως το δρόμο που στα αλήθεια θα τους άρεσε να ακολουθήσουν. Τα οδηγούμε στην ανεργία και την απομόνωση μέσα ακόμη κι από τη φαινομενική “επιτυχία” τους σε κάποια τυχαία ανώτερη ή ανώτατη σχολή, όχι όμως εκείνη που θα ήταν κατάλληλη για αυτούς. Θυμάμαι πριν από χρόνια, που εργαζόμουν στο Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο του Αιγάλεω, ένα μαθητής μου, αν και καλός στα μαθήματα, είχε παραδώσει τα όπλα, πίστευε πως δεν είχε νόημα η ζωή του. Ντρεπόταν να πει στους γονείς του ότι ήθελε να γίνει μουσικός. Όταν τον παρότρυνα να ασχοληθεί με τη μουσικολογία, άρχισε να έχει ενδιαφέρον για το σχολείο, οι γονείς του τον παρατηρούσαν χαρούμενο. Τώρα είναι άριστος μουσικός. Σε ένα άλλο σχολείο, οι καλύτεροι μου μαθητές ήταν τσιγγανάκια, παιδιά που ήταν περιθωριοποιημένα, που οι ίδιοι οι καθηγητές είχαν προκατάληψη εναντίον τους. Μέσα από την επιτυχία τους στη μουσική έγιναν αποδεκτά από τους άλλους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς, ενώ με την αυτοπεποίθηση που απέκτησαν βελτιώθηκαν και στα υπόλοιπα μαθήματα. Ακόμη και μέσα στην κρίση, η ποιοτική μουσική εκπαίδευση δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα», συμπληρώνει η κ. Μαρκέα.
 
ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπως η Βρετανία, όπου έχει σταθερή παρουσία από το 1965 σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, το θέατρο είναι μάλλον περιθωριοποιημένο στο ελληνικό σχολείο.
«Από την περασμένη σχολική χρονιά το μάθημα της θεατρικής αγωγής διδάσκεται σε όλα τα δημοτικά από την Ά έως τη Δ’ Τάξη, αλλά, καθώς σε πολλά σχολεία δεν έχουν πάει θεατρολόγοι, καλύπτονται οι ώρες από τους δασκάλους. Στην καλύτερη περίπτωση, συνήθως, το θέατρο σημαίνει ένα σκετσάκι έμπνευση του δασκάλου ή κάτι που αφορά τη σχολική γιορτή», υπογραμμίζει η θεατροπαιδαγωγός Νάσια Χολέβα, μέλος του Πανελληνίου Δικτύου για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, που διοργανώνει θεατροπαιδαγωγικά προγράμματα και επιμορφωτικά σεμινάρια για την προώθηση της διδασκαλίας (μέσω) του θεάτρου στα σχολεία. «Την ίδια στιγμή απουσιάζει εντελώς το μάθημα από το γυμνάσιο, ενώ στο λύκειο είναι απλώς ένα επιλεγόμενο μάθημα στην Α’ Τάξη, που δεν το κάνουν όλα τα σχολεία. Υπάρχει το στερεότυπο στη χώρα μας: “Γιατί να κάνουμε θέατρο στα παιδιά, θα τους κάνουμε όλους ηθοποιούς;”. Το να κάνει θέατρο ένα παιδί δεν είναι να μάθει καλύτερα ένα ρόλο, αλλά να κατανοήσει καλύτερα διάφορες καταστάσεις όπου καλείται να αυτοσχεδιάσει, να αποκτήσει μεγαλύτερη ενσυναίσθηση, να συνεργαστεί με την ομάδα και να βγάλει ένα αποτέλεσμα. Παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες ή παιδιά που έχουν χάσει το κίνητρό τους για τη μαθησιακή διαδικασία βρίσκουν, έτσι, μια διέξοδο, ενδυναμώνονται. Θυμάμαι δύο μαθητές της Α’ Λυκείου, που είχαν παραβατική συμπεριφορά, πολύ χαμηλές επιδόσεις και ήταν κλειστοί με τα υπόλοιπα παιδιά, οι οποίοι μέσα από τον θεατρικό αυτοσχεδιασμό έφθασαν στο τέλος να αισθάνονται τόσο ωραία, που ανέβηκαν οι βαθμοί τους, άρχισαν να λένε τη γνώμη τους και να μη φοβούνται, να είναι ορατοί και αποδεκτοί στην τάξη. Ήτόταν ένα παιδί που είχε δυσλεξία και δεν μπορούσε να γράψει μια γραμμή, είχε εμπλακεί τόσο πολύ συναισθηματικά σε αυτό που έπαιζε, που έγραψε κείμενο δυόμισι σελίδων, το οποίο ήταν το ημερολόγιο του ήρωα που υποδυόταν. Πέρα, λοιπόν, από υποχρεωτικό διακριτό μάθημα από το δημοτικό ώς το λύκειο, το θέατρο πρέπει να χρησιμοποιηθεί στα υπόλοιπα μαθήματα, κάνοντας τη διδασκαλία τους πιο ζωντανή. Κάτι τέτοιο, όμως, στηρίζεται σε ατομικές πρωτοβουλίες εκπαιδευτικών- εμψυχωτών», καταλήγει η κ. Χολέβα.
 
 
Πράγματι, ολοένα και περισσότεροι εκπαιδευτικοί, αντιλαμβανόμενοι τα οφέλη του θεατρικού παιχνιδιού, το εντάσσουν στη διδασκαλία τους. Μία εξ αυτών, η Κατερίνα Κωστή, φιλόλογος σε λύκειο της δυτικής Αττικής. «Μέχρι το διορισμό μου ως φιλόλογου το 2001 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση θεωρούσα το θέατρο αποκλειστικά προορισμένο να υπηρετεί το φιλότεχνο κοινό. Η επαφή μου, όμως, με την πραγματικότητα της τάξης μού υπέδειξε ότι η μετωπική διδασκαλία, στην οποία είχα εκπαιδευτεί κατά τις σπουδές μου στην Κλασική Φιλολογία, ήταν ανεπαρκής, αν ήθελα να μεταδώσω τη γνώση πιο δημιουργικά και γόνιμα στους μαθητές. Έτσι, άρχισα να παρακολουθώ προγράμματα κατάρτισης, γνωρίζοντας το θεατρικό παιχνίδι. Το εφάρμοσα για πρώτη φορά το 2008. Χαρακτηριστικά, στην Γ’ Γυμνασίου στο σχολείο της δυτικής Αττικής όπου ήμουν, οι μαθητές εισήχθησαν στο θέμα της σχέσης του Τρικούπη με τον βασιλιά και της διατύπωσης της αρχής της δεδηλωμένης υποδυόμενοι τους θαμώνες στο καφενείο του Χαύτα και παίρνοντας θέση σε αυτά που έγραφε ο Τρικούπης στο άρθρο “Τις πταίει”. Δινόταν χρόνος στους μαθητές να μελετήσουν την πηγή που τους δινόταν και να ετοιμάσουν διαλόγους. Τα παιδιά αγάπησαν την ιστορία, από εκεί που τη βαριόντουσαν, καθώς το μάθημα γινόταν πιο εύκολα κατανοητό. Βελτιώθηκε η επίδοση όλων των μαθητών σε αυτό, ενώ αναπτύχθηκε η παραγωγή λόγου εκ μέρους τους και η κριτική τους σκέψη. Όταν ένας μαθητής μπορεί να κινείται μέσα στο μάθημα, να συντονίζει και να μοιράζει ρόλους, έχει κάτι να πει και αυτό είναι σημαντικό, από εκεί που δεν ακουγόταν η φωνή του μέσα στην τάξη, έχει περισσότερο κίνητρο να μελετήσει. Η εφαρμογή της τέχνης στο σχολείο δεν είναι μόνο θέμα αναλυτικών προγραμμάτων και κεντρικού σχεδιασμού, όπου πρέπει να υπάρξουν αλλαγές, αλλά πρέπει εμείς οι εκπαιδευτικοί που αγαπούμε την τέχνη να τη βάζουμε με κάθε ερέθισμα στο μάθημά μας», σημειώνει η κ. Κωστή.
 
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Στη Γαλλία, από το 2010, με το πρόγραμμα Cinélycée, όλα τα λύκεια της χώρας έχουν πρόσβαση (μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας) σε μια ταινιοθήκη που περιλαμβάνει 200 αντιπροσωπευτικά έργα των σημαντικότερων τάσεων και αισθητικών ρευμάτων του κινηματογράφου, που πρέπει να προβάλλονται στους μαθητές. Αντιθέτως, στην Ελλάδα ο κινηματογράφος απουσιάζει εντελώς από τα σχολεία. Την ένταξη της κινηματογραφικής παιδείας στις σχολικές αίθουσες υπερασπίζεται η δρ. φιλοσοφίας και θεωρητικός κινηματογράφου κ. Ρέα Βαλντέν, μέλος της Ομάδας Εργασίας για την Οπτικοακουστική Εκπαίδευση, που συνέταξε, το Μάιο του 2016, στο πλαίσιο του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία, τους στρατηγικούς άξονες για την εισαγωγή της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης στο σχολικό σύστημα.
 
 «Θεωρώ ότι η εισαγωγή του κινηματογράφου στο σχολείο αποτελεί κοινωνική αναγκαιότητα. Ο κινηματογράφος έχει δύο διαστάσεις: Από τη μία δηλώνει την οπτικοακουστική γλώσσα, κείμενα της οποίας δεν είναι μόνο οι κινηματογραφικές ταινίες, αλλά και οι τηλεοπτικές εκπομπές, οι ειδήσεις, τα διαφημιστικά σποτ, τα βιντεοκλίπ, τα βιντεοπαιχνίδια. Η γνώση αποκωδικοποίησης του τρόπου κατασκευής και λειτουργίας των οπτικοακουστικών κειμένων στους μαθητές είναι απαραίτητη ώστε να μη γίνουν παθητικοί δέκτες-καταναλωτές τους, αλλά ενσυνείδητοι χρήστες τους. Από την άλλη, ο κινηματογράφος ως τέχνη είναι ένας θησαυρός πολιτισμικού πλούτου, η επαφή με τον οποίο προσφέρει μια ευρύτερη αισθητική παιδεία. Οι μαθητές πρέπει να διδαχθούν όχι μόνο οπτικοακουστική ανάγνωση αλλά και οπτικοακουστική γραφή. Η ενσωμάτωση του κινηματογράφου σε όλες τις βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης οφείλει, ασφαλώς, να προσαρμόζεται στις ανάγκες και δυνατότητες της κάθε ηλικιακής ομάδας και να παίρνει διαφορετικές μορφές: από διαδραστικά δημιουργικά παιχνίδια για τις μικρότερες ηλικίες έως την παραγωγή ταινιών για τις μεγαλύτερες. Επιπλέον, η εισαγωγή του κινηματογράφου στο σχολείο δεν αφορά απλώς την εισαγωγή ενός ακόμη εξειδικευμένου μαθήματος, αλλά πρέπει να αρθρώνεται με όλο το σχολικό πρόγραμμα και να λειτουργεί ως τρόπος προσέγγισης και διδασκαλίας των άλλων μαθημάτων. Γιατί, για παράδειγμα, να μη διαβάζουμε οπτικοακουστικά τεκμήρια (π.χ. επίκαιρα, ταινίες) στο μάθημα της ιστορίας», επισημαίνει η κ. Βαλντέν.
 
Την ανάγκη ενίσχυσης του μαθήματος των εικαστικών στο ελληνικό σχολείο υπερασπίζεται, από την πλευρά της, η ζωγράφος κ. Νίκη Ρουμπάνη, εκπαιδευτικός στο 2ο Πειραματικό Γυμνάσιο/Λύκειο Αθήνας. «Συνιστά μεγάλο πρόβλημα ότι το μάθημα είναι μονόωρο στο γυμνάσιο – μας δίνει ελάχιστο χρόνο να κάνουμε πραγματικά τέχνη. Πρέπει να γίνει δίωρο και εργαστηριακό και να γίνει υποχρεωτικό και στην A’ Λυκείου, που είναι τώρα επιλογής, γιατί πιστεύω και ότι μέσα στη μεγάλη πίεση του λυκείου οι μαθητές πρέπει να έχουν επαφή με την τέχνη, είναι δικαίωμά τους που το στερούνται. Κι όμως, η τέχνη, και η ζωγραφική, είναι ένα εργαλείο να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, έχει φοβερά ισχυρή θεραπευτική δύναμη. Θυμάμαι, όταν κάναμε έργα για τους πρόσφυγες, πολλά παιδιά έβγαλαν από μέσα τους εικόνες βίας, που είχαν βιώσει στο σπίτι, τα οποία κατάλαβα ότι είχαν θυμό, και αυτόν το θυμό μετά εγώ τον τσίμπησα και κάναμε άλλα θέματα που ήταν ζωγράφισε το θυμό σου, μίλησε στο θυμό σου, πώς θα τον μαζέψεις το θυμό, τι θα τον κάνεις. Με εικαστικό τρόπο, παίζοντας, τα παιδιά άρχισαν να κάνουν διαχείριση του θυμού τους», υπογραμμίζει η κ. Ρουμπάνη.  

comments powered byDisqus