20 Φεβρουαρίου 2018

Πέτρα και κιμωλία

Τα αδέλφια Βασίλης Φωτίου, 81 χρόνων, και Λευτέρης Φωτίου, 69 χρόνων, μοιράστηκαν μαζί μας στιγμές από τη ζωή τους. Είναι οι γηραιότεροι πωλητές της «σχεδίας».
ΒΑΣΙΛΗΣ:
Γεννήθηκα στη Δρόπολη της Βορείου Ηπείρου το 1937, σε ένα από τα 42 μειονοτικά χωριά της περιοχής. Ο πατέρας μας ήταν ελληνοδιδάσκαλος, είχε αποφοιτήσει το 1938 από την Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων. Ήμασταν τέσσερα αδέρφια. Εγώ ήμουν ο μεγαλύτερος και ο Λευτέρης ο βενιαμίν. Υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Μοιραζόμασταν το λίγο φαγητό που είχαμε, κουρκούτι, ψωμί με κρεμμύδι, και του Λευτέρη, επειδή ήταν ο μικρότερος, έχουμε 12 χρόνια διαφορά, του επιτρέπαμε να πάρει λίγο περισσότερο. Ήμασταν τέσσερα αδέρφια. Μόλις τέλειωσα το επτάχρονο ελληνικό δημοτικό, καθώς ήμουν άριστος μαθητής, το αλβανικό κράτος με έστειλε με υποτροφία σε μία τεχνική σχολή στα Τίρανα για να γίνω μηχανικός οχημάτων. Μόλις αποφοίτησα από την τεχνική σχολή, πήρα υποτροφία για να συνεχίσω τις σπουδές μου, στο Πολυτεχνείο της Πράγας ως Μηχανολόγος Μηχανικός. Στην Τσεχία, συναναστρεφόμουν με Έλληνες, με παρακολουθούσαν από την αλβανική πρεσβεία. Μια καταγγελία εναντίον μου ότι δήλωνα Έλληνας ήταν αρκετή για να μου κόψουν την υποτροφία, ενώ ήμουν στο τρίτο έτος. Ήταν μια εποχή όπου η Αλβανία είχε έρθει σε ρήξη με τα άλλα κομμουνιστικά κράτη και αυτή η απομόνωση είχε στραφεί εναντίον του ελληνικού στοιχείου. Αναγκάστηκα να γυρίσω στην Αλβανία, όπου εργάστηκα ένα χρόνο στους Αγίους Σαράντα σε ένα σταθμό τρακτέρ. Η ασφάλεια συνέχισε να με παρακολουθεί. Έβαλαν ένα συγχωριανό μου να με πλησιάσει και να μου πει τι κάνεις εδώ; «Έλα να φύγουμε στην Ελλάδα». Έπεσα στην παγίδα, του είπα «ναι». Ήταν 1959. Με έπιασαν και με έστειλαν για καταναγκαστικά έργα για εννιά χρόνια, σε όλη την Αλβανία. Το πρώτο στρατόπεδο ήταν κάπου 60 χιλιόμετρα βόρεια των Τιράνων. Μέναμε σε παράγκες από χώμα και ψάθα. Το φαγητό μας ήταν μια σούπα κι ένα τσάι το βράδυ με λίγη μαρμελάδα. Κάναμε αρδευτικά έργα, ανοίγαμε κανάλια. Μετά την αποφυλάκισή μου, το 1968, δεν μπορούσα να σταθεροποιηθώ στη Βόρειο Ήπειρο. Ήμουν σαν λεπρός. Υποχρεώθηκα να φύγω στη βόρεια Αλβανία όπου δούλεψα σε έργα κατασκευής υδροηλεκτρικών σταθμών, μέχρι την ανατροπή του καθεστώτος. Εκείνα τα χρόνια βρισκόμασταν ελάχιστα με τον Λευτέρη, στις άδειές μου. Ο Λευτέρης, από τότε που ολοκλήρωσε το σχολείο, δούλευε ως δάσκαλος στα χωριά του Τεπελενιού. Το μήλο είχε πέσει κάτω από τη μηλιά. Ο πατέρας μας ήταν δάσκαλος, η αδερφή μου, όπως και ο άλλος αδερφός μας, δάσκαλοι και εκείνοι. Εργάστηκε μέχρι το 1976, όταν και φυλακίστηκε ο πατέρας μας, γέροντας πια, για προπαγάνδα υπέρ των Ελλήνων. Έκανε εξήμισι χρόνια φυλακή. Τότε ήταν που έδιωξαν και τον Λευτέρη και τον έβαλαν να καθαρίζει βόθρους στον κάμπο, μέχρι που έπεσε το καθεστώς. Είχε γράψει κι ένα ποίημα: «Εκεί που χρόνια δίδαξα μαθήματα, επιστήμη ως ένας βοϊδάμαξας πήρα μεγάλη φήμη, αντικαταστάθηκε η κιμωλία με χώμα, η πέτρα έγινε γκασμάς και η ψυχή μου λιώμα». Έχει γράψει όλη του τη ζωή σε ποίημα 1.500 στίχους με δεκαπεντασύλλαβο. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος ο Λευτέρης έγινε δάσκαλος μαθηματικών και φυσικής στα μειονοτικά σχολεία. Τα ελληνικά διδάσκονταν ως ξένη γλώσσα, όμως, και έπρεπε να διδάσκει τη φυσική στα αλβανικά. Εκείνος, ωστόσο, έκανε κρυφά τις παραδόσεις στα ελληνικά και μόνο οι γραπτές εξετάσεις δίνονταν στα αλβανικά. Τότε οι περισσότεροι Βορειοηπειρώτες είχαν έρθει στην Ελλάδα. Εμείς, επειδή είχαμε διωχθεί, πήραμε την απόφαση να αγωνιστούμε για τον τόπο μας. Ο Λευτέρης ως δάσκαλος και εγώ ως γραμματέας της Ομόνοιας, του ομογενεακού κόμματος, στο Αργυρόκαστρο. Τελικά, ένα χρόνο μετά τον Λευτέρη, το 2000 ήρθα κι εγώ στην Ελλάδα. Τα χωριά μας είχαν ερημώσει. Ήμουν 63 χρονών. Έπαιρνα μια σύνταξη 80 ευρώ. Βρήκα δουλειά ως υπάλληλος σε ένα περίπτερο στην Κυψέλη και μετά στο Γαλάτσι, ώσπου πήρα τη σύνταξη του ΟΓΑ το 2005, η οποία, όμως, κόπηκε το 2014. Το Νοέμβρη του 2014 ήρθα στη «σχεδία». Με προέτρεψε να έρθω στο περιοδικό ο Λευτέρης που είχε ξεκινήσει ως πωλητής στη Θεσσαλονίκη. Μου είπε: «με γλίτωσε εμένα θα γλιτώσει κι εσένα». Στη «σχεδία» νιότεψα. Επειδή είμαι μόνος μου, τον Λευτέρη τον έχω μακριά, οι αναγνώστες της «σχεδίας» είναι η οικογένειά μου.
 
ΛΕΥΤΕΡΗΣ
Με τον Βασίλη ήμασταν πολύ δεμένοι από παιδιά, παρά τη διαφορά ηλικίας. Μια εικόνα που μου έχει χαραχθεί στο μυαλό είναι να είμαι εγώ τεσσάρων χρονών και μόλις μπήκε ο Βασίλης στο σπίτι από τη χαρά μου πέταξα μια δεκάρα που τον βρήκε στο μέτωπο. Από μικρός είχα μεγάλη αγάπη για την ποίηση. Κάναμε δουλειές στο σπίτι με τον Βασίλη και εγώ, την ώρα που χτίζαμε κάποιο μεσοτοίχι ή σοβαντίζαμε, σκάρωνα ποιήματα. Όταν ήμουν δάσκαλος στο Τεπελένι, μάλιστα, είχα γράψει ποίηματα με μελωδία από αλβανικά τραγούδια, τα οποία κέρδισαν το πρώτο βραβείο σε ένα διαγωνισμό. Ο Βασίλης ήταν άριστος μαθητής, ενώ εγώ δεν ήμουν τόσο, αλλά του κόψαν τα φτερά. Τον γκρέμισαν. Δεν πρόκειται να ξεχάσω τη στιγμή που ήρθε ένας οδηγός και μας ανήγγειλε ότι είχαν συλλάβει τον Βασίλη και ότι είχε έρθει να του πάει κουβέρτες. Ήμουν 10 χρόνων. Ρώτησε η αδερφή μας: «Γιατί τον πιάσατε;». «Ήθελε να φύγει στην Ελλάδα», απάντησε. Η μητέρα μας ξέσκιζε τα μάγουλά της. Τη θυμάμαι να υπαγορεύει τα γράμματα στον πατέρα για να του τα στείλει στο στρατόπεδο. Δικαιούταν 10 λεπτά επίσκεψη κάθε μήνα. Οι επισκέπτες στέκονταν πίσω από μία διπλή σειρά συρματοπλεγμάτων. Εγώ δεν μπόρεσα να τον δω εκείνα τα χρόνια γιατί το μέρος όπου κρατούνταν ήταν δύο μέρες ταξίδι. Δούλεψε στο στρατόπεδο σαν σκυλί. Εκεί που η νόρμα ήταν να κάνει οκτώ κυβικά, εκείνος έκανε δεκαέξι και κέρδιζε μέρες ποινής. Εγώ στο σχολείο ήμουν στιγματισμένος επειδή ο Βασίλης ήταν στη φυλακή. Η λέξη «φυλακή» ήταν πολύ βαριά για αυτόν που καταδικαζόταν και για την οικογένειά του, για οποιοδήποτε αδίκημα, πόσω μάλλον για «εσχάτη προδοσία» ή απλά την προδοσία εναντίον της «πατρίδας». Ήμουν χαρακτηρισμένος με κακή διαγωγή. Θυμάμαι που ένας μαθητής όταν τον κατήγγειλα που κάπνιζε στις τουαλέτες, μου απάντησε: «Μη μιλάς εσύ που έχεις τον αδερφό σου φυλακή». Αυτή η τρισύλλαβη λέξη με χτύπησε στην καρδιά μονομάχαιρα, δυνατά. Τη στιγμή της αποφυλάκισης του Βασίλη τον περιμέναμε στην εξώπορτα του σπιτιού. Η μητέρα μας λιποθύμησε από τη συγκίνηση. Δεν τον άφησαν έκτοτε τον Βασίλη ούτε καν να παντρευτεί. Ο πεθερός του άλλου αδερφού μας τον προξένευε με την κόρη ενός κοντοχωριανού μας, αλλά, πριν γίνει η συνάντηση του Βασίλη με την κοπέλα, έπιασε ένας της ασφάλειας την οικογένειά της και της απαγόρεψαν να τη δώσουν στον Βασίλη. Όσα χρόνια δούλευε στη βόρεια Αλβανία, ήταν σπάνιες οι στιγμές που ήμασταν μαζί. Αν μαζέψουμε τις μέρες που περάσαμε μαζί ήταν δεν ήταν ένας χρόνος. Είχαμε, όμως, ο ένας έγνοια για τον άλλον. Θυμάμαι ένα υπέροχο γλυκό από μήλα που είχε κάνει την Πρωτοχρονιά του 1970. Ο γάμος μου θα έρθει το Γενάρη του 1976. Μόνο τρεις μήνες ζήσαμε σαν ξέγνοιαστα πουλιά. Τον Απρίλη θα έρθει η σύλληψη και η φυλάκιση του πατέρα. Έπαιζε ο Παναθηναϊκός στο ποδόσφαιρο με μια ξένη ομάδα και ο πατέρας μας έβλεπε τον αγώνα κρυφά στην ελληνική τηλεόραση. Ο πατέρας είπε σε ένα γείτονα: «Κέρδισαν τα παιδιά μας». Ένας χαφιές τον κατήγγειλε ότι δηλώνει Έλληνας και κάνει προπαγάνδα. Τον φυλάκισαν στο Φιέρι, ενώ κι εγώ εκδιώχθηκα από την εκπαίδευση. Μπήκε κυπαρίσσι στη φυλακή και βγήκε καμπούρης. Μετά την πτώση του καθεστώτος, δεν μας είχε περάσει από το μυαλό με τον Βασίλη να εγκαταλείψουμε τον τόπο μας. Θυμάμαι συνάντησα ένα πρώην στέλεχος του Κόμματος στο Αργυρόκαστρο που με ρώτησε: «Βρε Λευτέρη, εδώ είσαι;». «Ο Βασίλης και ο Γιώργος πού είναι;» «Εδώ είναι», του απάντησα. «Εμείς κυνηγούσαμε λάθος ανθρώπους, νομίζαμε ότι ήσασταν οι πρώτοι που θα φεύγατε για την Ελλάδα». Τα χωριά, όμως, άδειασαν. Στη Δούβιανη, το χωριό της γυναίκας μου, είχα απομείνει ο τελεταίος των Μοϊκανών και ο γιος μου ο μόνος μαθητης του ελληνικού σχολείου. Το 1999, ήρθα στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκα για πολλά χρόνια ως βοηθός επιπλοποιού. Δεν μου αναγνωρίστηκε το πτυχίο μου από το παιδαγωγικό ινστιτούτο των Τιράνων για να μπορέσω να διοριστώ στην εκπαίδευση, που ήταν η επιθυμία μου. Είμαι στη «σχεδία» από το Μάρτιο του 2014. Για μένα και τον Βασίλη ήταν πραγματική μάνα εξ ουρανού. Από το 2014, έχω γράψει σαράντα δύο ποίηματα για τη «σχεδία». Δεν υπάρχει εξώφυλλο που να μην το έχω σχολιάσει με ποίημα. Τα έχω στείλει και σε έναν εκδοτικό οίκο, αλλά μου ζήτησε 3.000 ευρώ για να εκδοθούν. Δεν μπορώ, όμως, να τα βρω.   
 

comments powered byDisqus