March 18, 2016 Το περιοδικό

Παραλάβαμε Χάος

Εν αρχή ην το Χάος.

Το Χάος τώρα ήταν γένους θηλυκού, σαν γυναικεία τσάντα ένα πράμα, που βάζεις το χέρι να πιάσεις το κινητό και βγάζεις τσίχλες, απλήρωτο λογαριασμό της ΔΕΗ κι ένα μαδημένο ταμπόν.

Καθότανε λοιπόν έτσι σκοτεινή κι αφράτη και μακάρια η μαντάμ Χάος, μέχρι που στα καλά καθούμενα, θα ’χε ξεχάσει καμιά μπαλκονόπορτα ανοιχτή προφανώς κι έκανε ρεύμα, μπήκε ένα αεράκι κοσμογονικό και τη βρήκε στον καναπέ να τρώει λιόσπορο με ανοιχτά τα μπούτια –μόνη ήταν η γυναίκα, σου λέει, δε βγάζω και το βρακί να μη με κόβει το λάστιχο;– κι έπαθε ανεμογγάστρι.

Απ’ την εγκυμοσύνη αυτή (τον μπαμπά δεν τον ξέρουμε, και μην είστε αδιάκριτοι, μπορεί να ήταν παντρεμένος και να εχτεθούμε συμπαντικώς) γεννήθηκαν η Νύχτα, γένους θηλυκού κι αυτή, αστρόφεγγη και μαγική, και το Έρεβος, σερνικό και μελανούρι. Κάποιοι λένε ότι μαζί γεννήθηκαν και η Γαία, ο Τάρταρος και ο Έρως, αλλά για σίγουρα δεν ξέρουμε, δεν του κάναμε και υπέρηχο του Χάους, και πιθανώς το αεράκι να ’τανε κανένας Τυφώνας Μπάμπης και να έπιασε πεντάδυμα. Δεν ήμασταν κι εκεί για να ξέρουμε, και πάλι καλά δηλαδή, γιατί μ’ όλους ετούτους δε θα βλέπαμε την τύφλα μας, και θα πηγαίναμε ν’ ανάψουμε το φως και θα πιάναμε κατά λάθος τα καλαμπαλίκια του Τάρταρου, απ’ τον οποίο προέρχεται προφανώς και το στέικ ταρτάρ, γιατί τέτοιο πράμα είναι τιμωρία σκέτη, κάλλιο να σε πετάξουνε στα Τάρταρα παρά να φας το βόιδι το σιτευτό με τα αίματα σαν τη Λαίδη Μακμπέθ.

Η Νύχτα και το Έρεβος ήτανε τώρα αδέρφια μεν, αλλά όλο στα σκοτάδια παίζαν σαν παιδάκια, και κάποια στιγμή μεγάλωσαν, κι άντρεψε το Έρεβος και η Νύχτα έγινε τρελό γκομενάκι, και τέλος πάντων ενώ η αιμομιξία είναι ταμπού αδιανόητο ακόμα και για τους αρχαίους λαούς –εξού κι ο Οιδίπους πήρε τις βελόνες του πλεξίματος κι αντί να πλέξει κάνα σοσόνι έκανε διπλό ξεμάτιασμα να μην τον πιάνει η βασκανία–, μια μέρα όπως πηγαίναν μες στη μαύρη μαυρίλα τα αδερφάκια τρακάρουνε μετωπικώς.

Ο Έρεβος έπαθε φουσκοδεντριά. «Ρε Νυχτάκι, τι βυζάρες είν’ αυτές;»

«Πιο σιγά, ρε βλάκα, θα μας ακούσει η μάνα και θα καλέσει κοινωνικό λειτουργό».

«Έννοια σου, η μάνα πάλι έχασε το ανοιχτήρι μες στο τριμπούρδελο του σύμπαντος».

«Κι εσένα πάντως, έτσι που σε πιάνω, Ερεβούλη, πρέπει να γυμνάζεσαι κρυφά».

«Έχω πάρει συνδρομή σ’ ένα γυμναστήριο εδώ κοντά και κάνω βάρη. Φαίνεται;»

«Και φαίνεται και πιάνεται. Για έλα από δω».

«Αδερφή, μισό – καλό το πασπάτεμα, μην το χοντρύνουμε όμως, έτσι;»

«Ξεκόλλα ρε, τι θα πάθουμε… δε θα μας παντρεύουν οι παπάδες; Αυτούς δεν τους φτιάξαμε ακόμα».

«Ναι, αλλά μην έχουμε άλλα… Ξέρεις, είμαστε και καρπερό σόι».

«Μην ανησυχείς, έχω πάρει το χάπι».

«Ποιο χάπι;»

«Το κόκκινο του Μορφέα απ’ το Matrix, ποιο χάπι. Έλα δω που σου λέω».

Και μια και δυο έγινε η ζημιά η κατάπτυστος, κι εγεννήθησαν ο Αιθέρας και η Ημέρα, και είδε φως το σπίτι και ξεστραβώθηκε που μέχρι τότε πήγαινε τοίχο τοίχο και χτύπαγε το μικρό δαχτυλάκι στο τραπέζι και βλαστημούσε την ώρα και τη στιγμή, κι απ’ την πολλή χαρά ρίξανε κι αυτά τα δύο ένα πήδουλο (Οικογένεια Γαμιόμαστε – δεν είναι ν’ απορείς με το χάλι μας) κι ευτυχώς κάνανε μοναχοπαίδι, τη Θάλασσα, η οποία απλώθηκε και άφρισε και χορτάσαμε μπαρμπούνι και πεσκαντρίτσα Παναγία μου, γιατί με τους υπόλοιπους τους αχαΐρευτους αέρα θα τρώγαμε, αερόστατα θα χέζαμε.

Όσο για τα υπόλοιπα μέλη της αμαρτωλής οικογενείας, η Γαία κι ο Τάρταρος κάθονταν κι έτρωγαν κι αφράτευαν κώλο –η μεν προετοιμαζόταν για τους θεούς και το ανθρωπομάνι, κι ο άλλος για την ώρα που θα ’ρχόταν να τους καταπιεί όπως καταπίνει το ρύζι ο παλαιστής του σούμο–, ενώ ο Έρωτας έκανε τις συνήθεις σκανταλιές του που πληρώνουμε κι εμείς οι θνητοί μέχρι σήμερα, εξού και τα αδερφάκια του, η Νύχτα και το Έρεβος, δεν έβρισκαν ησυχία, εκεί που κάθονταν και παίζανε ξερή, ρίχνανε και μια υγρή και γεννοβολούσαν σαν τα ποντίκια, που τα αφήνεις μόνα τους πέντε λεπτά και γυρίζεις και βρίσκεις την Ντίσνεϋλαντ.

Έτσι γεννήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Μόρος –σαν να λέμε, η καταστροφή που μας περιμένει όλους· περιττό να πούμε ότι με τα μαυρόψυχα που συζητούσε συνέχεια «Τι είναι ο άνθρωπος; Ένα τίποτα», «Σήμερα είμαστε, αύριο δεν είσαστε», δε σταύρωνε γκόμενα ούτε σε χαρέμι– και οι αδερφούλες του οι Μοίρες, που κάνανε πλακοραφή και κόντεμα στα μανίκια τις ζωές των ανθρώπων, κι ούτε οι θεοί δεν τολμούσαν να τους πάνε κόντρα· έτσι κι ανέβαινε ο Δίας στο ρετιρέ να πουλήσει τσαμπουκά, σηκωνόταν η Ατραπός απ’ το κοφτήριο κι έλεγε: «Ίσα, χαμούρη, τράβα στο βουναλάκι σου να δεις άμα σου λείπει κάνα αφροδίσιο ή αν έπιασες τζάκποτ, μην πάρω το ψαλίδι και σε κάνω ταγεράκι».

Εξόν απ’ αυτούς, απ’ το ενδογαμικό όργιο ξαμολήθηκαν στο σύμπαν οι Κέρες (πώς λέμε κεριά και λιβάνια – κάτι λάμιες που σκόρπαγαν κι αυτές θανατικό σαν το Τρίο Πανούκλα), ο Θάνατος, που τον ξέρουμε καλά τον κερατά, ο Ύπνος –κι επιτέλους έκλεισε μάτι η φαμίλια, γιατί τόσον καιρό κανείς δεν κοιμότανε κι ήταν ολονών τα νεύρα τσατάλια– ο Χάρων (αυτή δεν ήταν οικογένεια, γραφείο τελετών ήταν, κάθε μέρα κόλλυβα), ο Μώμος, αρχέγονη θεότητα της σάτιρας, του σαρκασμού και των ποιητών (οι πεζογράφοι τον πούλο), η Οϊζύς, θεά της φτώχειας της καταραμένης (από τότε χρωστάγαμε, οι κερατάδες; Ποιος μας δάνειζε;), η Νέμεσις (Αν πας με άλλη θα σου σπάσω το κεφάλι κτλ.), η Απάτη (αδελφή της Κομπίνας και της Μούφας, ήσσονες θεότητες, μην τις ψάξετε, απ’ το μυαλό μου τις έβγαλα), η Φιλότης, που έφερε στον κόσμο τη στοργή καθώς τη χρειαζότανε απεγνωσμένα (κι ακόμα τη χρειάζεται), το Γήρας (γιατί έτσι είναι η ζωή, κάποια στιγμή όλοι πρέπει να γίνουμε ξεδοντιασμένοι γεροκλανιάρηδες), οι Όνειροι, που προήλθαν ντεμέκ από παρθενογένεση (κάποιος την κούνησε την αχλαδιά, αφήστε τα σάπια), οι Εσπερίδες με τα μήλα τα στάρκιν που τα βγάζανε στη λαϊκή και κονομούσαν μέχρι που τους τα γύρεψε ο Ηρακλής για να φκιάσει η γυναίκα του Ευρυσθέα μηλόπιτα (που είχε και στη στάνη της μηλόπιτα η ναμικιόρα, που γίνονταν στο χειμαδιό οι Χίλιες και Μια Νύχτες με τις γίδες τις μπιρμπιλομάτες, και μετά αναρωτιόντουσαν γιατί το παιδί γεννήθηκε μηρυκαστικό και με κέρατα), και τέλος η μεγαλύτερη ρουφιάνα όλων, η Έριδα, η οποία καταπώς φαίνεται γεννήθηκε γγαστρωμένη στον μήνα της, και στα καπάκια ξαμόλησε ένα σωρό δεινά στην οικουμένη, όπως ο Πόνος, η Λήθη, οι Φόνοι, το Άλγος, η Μάχη κι η Δυσνομία (γι’ αυτό και με τους καβγάδες τρώμε τα μούτρα μας, και πονάμε, και πολλές φορές σκοτωνόμαστε, κι έπειτα μας καταπίνει όλους η λησμονιά).

Μονάχα που τα πιο πολλά απ’ τα υπερκόσμια τούτα όντα, έπειτα απ’ την κοσμογονία που συντελέστηκε επειδή δεν είχαν ίντερνετ να περνάνε την ώρα τους κι όλο πηδιόσαντε αναμεταξύ τους, πέρασαν στο παρασκήνιο, κι άφησαν το γήπεδο στη Γαία, η οποία σύμφωνα με τον μπαρμπα-Ησίοδο γέννησε μονάχη της τον Ουρανό, κι έπειτα τον λιμπίστηκε η αθεόφοβη, και πλάγιασε μαζί του (εξού και ο αρχέγονος φόβος μην ανταμώσουνε ποτέ ουρανός και γη και βρεθούμε στη μέση και γίνουμε χαλκομανία), αν και άλλες πηγές αναφέρουν ως μπαμπά του Ουρανού τον Αιθέρα.

Η Γαία τώρα, ως χθόνια μήτρα του κόσμου, ξαμόλησε δυο καραβιές παιδιά – άλλα «ενδοοικογενειακώς συλληφθέντα» κι άλλα αγνώστου πατρός, ή και χωρίς πατέρα καν, έτσι, πώς φτιάχνεις άμα σε τρων τα χέρια σου ένα ταψί τυροπιτάκια κατεψυγμένα, ε, η Γαία έφκιανε παιδιά.

Είχε φτάσει πλέον στο σημείο που κι η ίδια δεν γνώριζε ποια ανήκαν στο ασκέρι των σπλάχνων της και ποια όχι.

Πήγαινε καλή ώρα το παιδάκι ο Πόντος να γυρέψει λεφτά.

«Δώσε, ρε μάδερ, κάνα κατοστάρι να πάρω κάτι αθλητικά που είδα, μη γυρνάω συνέχεια με τα βατραχοπέδιλα σαν τον ψαροντουφεκά».

Θύμωνε η Γαία: «Ρε α πάαινε, μούλικο. Τράβα στον πατέρα σου να σε χαρτζιλικώσει».

«Μα, μαμά, αφού εγώ γεννήθηκα με παρθενογένεση».

«Σιγά μη βγήκες και με τον κρίνο. Όξω λέμε, δεν έχω μία, δεν ήρθε ακόμα το επίδομα πολυτέκνου».

Και ούτω καθεξής.

Ανάμεσα στα αμέτρητα παιδιά της, κάποια ξεχωρίζουν στις κοσμογονικές αφηγήσεις, και κάποια πήγαν άκλαυτα και δεν τα ξέρει ούτε η μάνα τους. Και καθώς ήταν ολίγον εξώλης και προώλης η κυρα-Γαία, παργαλάτσο να ’ναι κι ας είναι και του γάιδαρου, σκάρωσε παιδιά με τα αδέρφια της, με τα παιδιά της, ακόμα και μ’ εγγόνια και δισέγγονα η αφορεσμένη.

Από δαύτα αξίζουν ιδιαιτέρας μνείας οι Κύκλωπες, οι Εκατόγχειρες και οι Τιτάνες, που ’χανε μπαμπά τον Ουρανό, καθώς, κι αυτά ουρανογέννητα, οι Γίγαντες –που μπλέξαν σε καβγά μεγάλο με το δωδεκάθεο στην πορεία, τη θρυλική Γιγαντομαχία– κι οι Ερινύες με τις χάλκινες νυχάρες, που βγαίνανε για μανικιούρ-πεντικιούρ και πηδάγαν οι νυχούδες απ’ τις ταράτσες για να γλιτώσουν το λιμάρισμα με το αλυσοπρίονο.

Έκανε και με τον γιόκα της τον Πόντο κάμποσα παιδιά αθάνατα η Γαία, και με τον Δία και τον Ποσειδώνα (μόνο εγώ της γλίτωσα), με πιο διάσημα τους Λαιστρυγόνες, τη Χάρυβδη (τη Σκύλλα την υιοθέτησαν από καταφύγιο), κι επειδής γλυκοκοίταζε και τον αδερφούλη της τον Τάρταρο η αφιλότιμη, έκανε και μαζί του κάτι διδυμάκια τεφαρίκια, τον Τυφώνα και την Έχιδνα, που ακόμα τρέχουν οι μαμές που τα ξεγέννησαν, κι όταν τα ’δαν οι γονείς τους είπαν, αυτά τα φρίκουλα ή που θα τα τσιμεντώσουμε ως έχουν να τα κάνουμε γκαράζ, ή που θα τα παντρέψουμε μεταξύ τους, ειδάλλως θα μας μείνουν στο ράφι και θα τρομάζουν τα κατσαρολικά. Κι έτσι έγινε, και ξεκίνησε απ’ το σμίξιμο των δύο αρχαίων τεράτων μια τερατογενιά φρικιαστική κι ασυμμάζευτη (σαν όλα αυτά που κάνουν οι άνθρωποι στους ανθρώπους, κι έπειτα τα αποδίδουν από φόβο και δειλία σε τερατώδεις υπάρξεις, σε θεούς και δαίμονες που ορίζουν τάχα μου τις πράξεις τους).

Ας επιστρέψουμε όμως στη σπορά της Γαίας και τ’ Ουρανού, γιατί εκεί η ιστορία έχει ψωμάκι μπόλικο κι ωραίο, πολύσπορο.

Οι Εκατόγχειρες κι οι Κύκλωπες ήταν τα πρώτα τους παιδιά, κι αυτά στραβοχυμένα τα έρμα, που γινόταν ο κακός χαμός όταν τα πηγαίναν για ρούχα και γυαλιά, μέχρι να βάλουν ο Κόττος κι ο Βριάρεως το φούτερ με τα εκατό μανίκια και να βρει ο Βρόντης (κύκλωψ της βροντής και της πορδής της κομπολογάτης) πατομπούκαλο μονό για τη μυωπία του, οι πωλήτριες τραβούσαν τα βυζιά τους απ’ την απελπισία.

Όμως τα πλέον ξακουστά τέκνα της Γαίας με τον τσίφτη τον Ουρανό ήταν οι Τιτάνες: δώδεκα γιγάντιες, πανίσχυρες θεότητες, με ορμητήριο το όρος Όθρυς, ανάμεσα Φθιώτιδα και Μαγνησία, που συνθέτουν το πρώτο πάνθεον, και την πρώτη απόπειρα η φαντασία των ανθρώπων να αποδώσει στα προγονικά στοιχεία της χαρακτηριστικά ανθρώπινα, αρετές και φαυλότητες που αν και πάθη των θνητών διατρέχουν και την ιστορία των αθανάτων.

Οι έξι Τιτάνισσες με τη σειρά που γεννηθήκαν ήταν η Μνημοσύνη, μάνα των Μουσών, η πανέμορφη Τηθύς, θαλασσινή θεότητα που ’δωσε τ’ όνομά της στην πρωτοθάλασσα της Γης, όταν ακόμα η Λαυρασία κι η Γκοντβάνα παλεύαν μεταξύ τους να μοιράσουν τις ηπείρους, η Ευρυφάεσσα (που τη λέγανε και σκέτο Θεία, εξού και εικονίζεται συνήθως με κότσο, να κρατάει γλυκό μελιτζανάκι), η Φοίβη, που έκανε καριέρα στα μαντεία, τις καφετζούδες, κι αργότερα στα Φιλαράκια, η Ρέα, η πολύπαθη θεομήτωρ και Magna Mater των Ρωμαίων, και η Θέμις, ενσάρκωση του θεϊκού νόμου, και γνωστή για τα κέφια και τα νεύρα της.

Τα αγόρια τώρα: πρώτα γεννήθηκαν ο Κοίος και ο Κρείος (μηδέν έμπνευση οι νονοί), ο μεν φιλοπερίεργος κι ο δε τσαμπουκαλής σαν το κριάρι που του ’δωκε τ’ όνομά του. Έπειτα ξετσούμισαν ο Ωκεανός, θαλασσόδαρτος και νταβραντισμένος, ο Υπερίων (που καθότι μπερμπάντης και πετούμενος σαν τον Σούπερμαν χωρίς το κόκκινο σλιπάκι, έπιασε την αδερφή του τη Θεία –Κάνε παιδί μου τη δουλειά σου, κι ύστερα ξανάμαι θεια σου– της έλυσε τον κότσο κι έκανε μαζί της τον Ήλιο, τη Σελήνη και την Ηώ), ο Ιαπετός, που βρήκε μια ωραία Ωκεανίδα, την Ασία, και της την έπεσε όπως ο Καμπαμαρού στο ζυμαρικό (έτσι προέκυψαν ο Άτλας, ο Προμηθέας κι ο Επιμηθέας), και τέλος, πιο μπελαλής κι αχώνευτους απ’ όλους τους Τιτάνες, ο Κρόνος, ο πατέρας των θεών.

Ο Κρόνος τώρα στα μικράτα του είχε ένα οιδιπόδειο να με το συμπάθιο, και δεν τον χώνευε με την καμία τον μπαμπά του τον Ουρανό. Κι έλαχε τώρα να βρει μπόσικη τη μάνα του τη Γαία, που ’τανε σεκλετισμένη με τον άντρα της γιατί της είχε κάνει ένα χουνέρι ασυγχώρητο: είχε πάρει τα παιδιά της, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, και τα ’χε πετάξει με σουτ βολέ στα βάθη του Τάρταρου, γιατί δεν άντεχε να τα βλέπει, ξυπνούσε το βράδυ για κατούρημα λόγω προστάτη, τράκαρε με τον Στερόπη που ξετσίμπλιαζε το μάτι του στον καθρέφτη του μπάνιου, και του κοβότανε η χολή. Εξού και τα εξόρισε στα μαύρα σκοτάδια τα αγόρια του ο άκαρδος πατήρ.

Η Γαία απαρηγόρητη: «Εγώ δεν έχασα παιδιά, μαλάματα και μπιρλάντια έχασα. Ξέρεις τι στήριγμα ήταν ο Γύγης μου; Όταν δεν έφτανα το πάνω ράφι που ’βαζε ο κερατάς ο Ουρανός το τσίπουρο, αμέσως σηκωνόταν και μου το ’πιανε με τις χερούκλες του. Άσε άμα μ’ έπιανε φαγούρα στην πλάτη, ξέρεις τι είναι να σε ξύνουν εκατό χέρια συγχρόνως;»

Οπότε σούξου-μούξου με τον γιο της τον καψούρη, σκαρφίστηκαν σχέδιο πατροκτόνο και συζυγοκτόνο: κάθισε η Γαία και σμίλεψε ένα πελώριο πέτρινο δρεπάνι, κι έψησε τον Κρόνο –που δεν ήθελε και πολύ– μόλις πετύχει τον πατέρα του μπόσικο, να του την πέσει και να τον κάνει καστράτο.

Ο Ουρανός, που λέτε, για κακή του τύχη είχε αράξει την ίδια μέρα σε μια παραλία γυμνιστών, κι από τη μία έλιαζε τα αχαμνά του κι απ’ την άλλη μπάνιζε τις τουριστριούλες με τα τσουπωτά τους στηθάκια. Κι όπως τον είχε τυφλώσει η αντηλιά, όταν είδε τον γιόκα του τον Κρόνο να ζυγώνει κραδαίνοντας κάτι, δεν κατάλαβε τι ήταν.

«Τι βαστάς εκεί, Νούλη παιδί μου;»

«Έφερα ρακέτες να παίξουμε».

«Μπαλάκι δε βλέπω».

«Κι ούτε θα ξαναδείς».

Και μια και δυο ορμάει κι ευνουχίζει τον πατέρα του ο αθεόφοβος ο Κρόνος, κι όπως πετάχτηκαν τα αίματα, πήραν οι πιτσιλιές και τη Γαία, και για τιμωρία γγαστρώθηκε με τις κάργιες τις Ερινύες, που τιμωρούν τις βαριές αμαρτίες των ανθρώπων, ενώ τα ίδια τα αμελέτητα του Ουρανού, πέφτοντας στη θάλασσα έκαναν αφρό πολύ, και μέσ’ απ’ αυτόν γεννήθηκε η Αφροδίτη – που μολονότι ο Όμηρος τη θέλει κόρη του Δία, είναι αρχαιότερη θεότητα, φερμένη απ’ τους Φοίνικες μέσω Κύπρου και Κυθήρων (εξού και οι προσωνυμίες της Κύπριδα και Κυθηρία) και συγγενική με την Αστάρτη ή Ιστάρ που λατρευόταν από Βαβυλώνιους, Ασσύριους κι άλλους πολλούς με άλλα ονόματα, ως θεότητα της γονιμότητας, του έρωτα –σαρκικού και ψυχικού– και του πολέμου.

Κάπως έτσι λοιπόν, με στάλες αίμα ουράνιο που προμηνύουν έρωτες και πολέμους, καταλήγει το πρώτο κομμάτι της μυθολογικής μας καταγωγής. Κι είμαστε καταπώς φαίνεται από μυστήριο σόι οι άνθρωποι, με τις αγριάδες και τη σκοτεινιά του, τα φονικά του μίση και τις τερατόμορφες εκφάνσεις του, μα και με αθάνατα αποθέματα μνήμης κι ομορφιάς.

Και τώρα, πάμε να στήσουμε αυτί στην εξώπορτα του Κρόνου και της Ρέας – γιατί απ’ τις φωνές και τα μπινελίκια που ακούω, πρέπει να γίνεται τρελό πατιρντί.

*Η «Νεοελληνική Μυθολογία» θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο από την εκδόσεις Πατάκη

**Στην εικονογράφηση της αρχικής σελίδας (και όχι στο βιβλίο) απεικονίζεται «Ο γάμος του έρωτα με την ψυχή», έργο του Πομπέο Μπατόνι


comments powered byDisqus