April 4, 2016 Το περιοδικό

Το ίχνος του Θεού στο πρόσωπο του άλλου

 
Μια συζήτηση για την ανάγκη ενός χριστιανισμού της κατανόησης, της δημόσιας μαρτυρίας, της αλληλεγγύης και της ευρωπαϊκής δημοκρατίας.
 
Συνέντευξη του Σταύρου Ζουμπουλάκη
στον Σπύρο Ζωνάκη 
 
 
Ποια είναι η θέση της χριστιανικής πίστης στη χώρα μας; Με ποιον τρόπο θα έπρεπε να προσδιοριστούν οι σχέσεις Εκκλησίας και πολιτείας, για ποιον λόγο ο εθνικισμός εισχώρησε στην ελληνική Ορθοδοξία, ποιες μεταρρυθμίσεις αυτή χρειάζεται, πώς διαμορφώθηκε η δική του πίστη στον χριστιανισμό; Απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δίνει, μεταξύ άλλων, στη συνέντευξη που παραχώρησε στη «σχεδία» ο φιλόλογος και συγγραφέας Σταύρος Ζουμπουλάκης,  πρόεδρος, επίσης, του Δ.Σ. του Βιβλικού Ιδρύματος «Άρτος Ζωής», καθώς και του εφορευτικού συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
 
Τον περασμένο Φεβρουάριο, εκδόθηκε το τελευταίο σας βιβλίο «Χριστιανισμός της χαράς» για τον προκαθήμενο της Καθολικής Εκκλησίας. Τι νόημα έχει ένα τέτοιο βιβλίο στην Ελλάδα;
Στη χώρα μας οι ορθόδοξοι αδιαφορούν πλήρως για όσα συμβαίνουν στην Καθολική Εκκλησία και συνολικά στον δυτικό χριστιανισμό. Πιστεύουν πως αφορούν  έναν άλλο κόσμο, αιρετικό, όχι απολύτως χριστιανικό. Αυτό είναι μεγάλη πλάνη. Ο χριστιανισμός είναι ενιαίος με πολλές και ποικίλες εκφράσεις. Εν προκειμένω, με έχει κερδίσει η απλότητα της ζωής του πάπα Φραγκίσκου, η αμεσότητα της συμπεριφοράς του –είναι ένας κανονικός άνθρωπος μέσα στους ανθρώπους– και το κοινωνικό κήρυγμά του. Έχει στραφεί επανειλημμένα εναντίον του οικονομικού φιλελευθερισμού, μιας ανάπτυξης χωρίς δικαιοσύνη, θεωρώντας ότι παράγει εξαθλιωμένους και αποκλεισμένους. Αρνείται την κυριαρχία του χρήματος και θέλει μια Εκκλησία λιγότερο γραφειοκρατική και ιεραρχική, φτωχή και των φτωχών, αλλά και ταυτόχρονα μια Εκκλησία προσευχόμενη – χωρίς προσευχή μετατρέπεται σε μη κυβερνητική οργάνωση. Στο λόγο και στην πράξη του έχει αφομοιώσει τα καλύτερα στοιχεία της θεολογίας της απελευθέρωσης, που αναπτύχθηκε στη Λατινική Αμερική.. Ο χριστιανισμός του διαπνέεται, επίσης, απ' αρχής μέχρι τέλους από την ιδέα της αποστολικότητας της Εκκλησίας. Πηγή και περιεχόμενό της είναι η ευαγγελική χαρά.
 
Στην «Αδερφή μου», το πιο προσωπικό σας βιβλίο,  τονίζετε πως η αρρώστια της, η επιληψία, συνετέλεσε στην ιδιαίτερη σχέση σας με τον χριστιανισμό, τη «θρησκεία της χαράς», όπως αναφέρετε. Για πολλούς χριστιανούς, όμως, έφθασε να σημαίνει θρησκεία της οδύνης.
Πράγματι, στη ζωή του χριστιανισμού κυριάρχησε μια μεταφυσική του πόνου, η ιδέα  της εξαγνιστικής λειτουργίας του πόνου, ότι ο δρόμος της συνάντησης του Θεού περνά μέσα από την οδύνη, την άρνηση της χαράς, την ασκητική στέρηση. Αυτό συνιστά αλλοίωση της ευαγγελικής διδασκαλίας, που κεντρικό μήνυμά της είναι η νίκη της ζωής επί του θανάτου. Αυτά τα εγκώμια του πόνου τα κάνουν άνθρωποι που μάλλον δεν έχουν πονέσει όσο λένε. Η ιστορία της αδερφής μου με οδήγησε από τα εφηβικά μου χρόνια να θεωρώ ότι το κύριο φιλοσοφικό ερώτημα είναι η αρρώστια. Η αρρώστια θέτει, με τον οξύτερο τρόπο, το ζήτημα του νοήματος της ζωής, του Θεού, της σχέσης με τους άλλους, της χαράς. Το γιατί ο Θεός της αγάπης επιτρέπει τον πόνο των αθώων είναι θεωρητικά αναπάντητο και αποτελεί τον κατεξοχήν θεολογικό λόγο εξόδου από την πίστη. Αυτό σημαίνει αλλαγή προοπτικής: Από το τι κάνει ο Θεός για μένα στο τι κάνω εγώ για τον άλλο. Ας πας σε όσες ακολουθίες θέλεις, ας λιώσεις στη νηστεία. Πίστη χωρίς θεοδικία, πίστη ως ευθύνη και αγάπη για τον άλλον. Ας πας σε όσες ακολουθίες θέλεις, ας λιώσεις στη νηστεία, ας μάθεις απέξω όλη τη Βίβλο. Όποιος αναζητάει το ίχνος του Θεού σε αυτόν τον κόσμο δεν θα το βρει παρά μόνο στο πρόσωπο του άλλου ανθρώπου, και κυρίως των αρρώστων, των πεινασμένων, των ξένων, των φυλακισμένων. 
 
Στο πολυσυζητημένο βιβλίο σας «Χρυσή Αυγή και Εκκλησία» αναδείξατε τη διείσδυση του ναζιστικού κόμματος στον εκκλησιαστικό χώρο. Πού οφείλεται η διάδοση εθνικιστικών και μισαλλόδοξων απόψεων στις τάξεις της Εκκλησίας;
Το πρόβλημα έχει να κάνει με την ίδια την αφετηριακή συγκρότηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως εθνικής εκκλησίας που μοιράζεται τους αγώνες, τις επιδιώξεις και την ιδεολογία του ελληνικού κράτους και εκφράζεται ως θεματοφύλακας του ελληνισμού και των εθνικών παραδόσεων. Εικόνες οικείες σε όλους: ο δεσπότης δίπλα στο νομάρχη και τον στρατιωτικό διοικητή στην εξέδρα των επισήμων κατά την παρέλαση, η ελληνική σημαία να ανεμίζει στους ναούς, το στρατιωτικό άγημα να συνοδεύει τον Επιτάφιο κατά την περιφορά του. Επιπλέον, από τον Εμφύλιο και μετά η Εκκλησία γίνεται συστατικό στοιχείο του αντικομμουνιστικού, αυταρχικού και αστυνομικού κράτους των εθνικοφρόνων. Σχεδόν στο σύνολό της θα συνεργαστεί με τη χούντα, ενώ είναι ο μόνος θεσμός που στη Μεταπολίτευση δεν θα γνωρίσει αποχουντοποίηση. Η εθνική διαπαιδαγώγηση, λοιπόν, της Εκκλησίας –οι ευαισθησίες της περιορίζονται στα εθνικά θέματα– εξηγεί τη συμπάθεια κάποιων ιεραρχών –του Πειραιώς Σεραφείμ, του Καλαβρύτων Αμβρόσιου και του Κονίτσης Ανδρέα– και πολλών κληρικών και πιστών προς ένα κόμμα που το προσλαμβάνουν ως εθνικοπατριωτικό και όχι ως αντιχριστιανικό και ναζιστικό. Πιστεύω, όμως, πως μετά τη δολοφονία του Φύσσα αυτή η υποστήριξη προς τη Χρυσή Αυγή σταμάτησε. Υπάρχει, πάντως, ένα ισχυρό φονταμενταλιστικό κομμάτι στην Εκκλησία, ομοφοβικό, αντισημιτικό, αντιδυτικό και αντιαιρετικό, με πιο ακραίο εκφραστή τον μητροπολίτη Σεραφείμ, το οποίο τρομοκρατεί, μέσω φονταμενταλιστικών εντύπων και μπλογκ, και κάνει τους άλλους κληρικούς και επισκόπους να σιωπούν. Πρέπει να ξεφοβηθούν και να περιθωριοποιήσουν τους ακραίους, η πραγματική τους δύναμη είναι μικρότερη από όσο νομίζουμε.
 
Έχετε επισημάνει ότι ο χριστιανισμός είναι κοινωνικά ορατός, αλλά η Ελλάδα δεν είναι χώρα ουσιαστικής χριστιανικής πίστης. Τι εννοείτε;
Ο χριστιανισμός στην Ευρώπη έχει για τα καλά εξωθηθεί στον ιδιωτικό χώρο, συρρικνώνεται καθημερινά. Ο αποχριστιανισμός της κοινωνίας, όμως, είναι πραγματικότητα και στην Ελλάδα. Η μαζική εθιμοτυπική πρόσληψη του χριστιανισμού, ως στοιχείο πολιτιστικής ταυτότητας και κοινωνικής συμπεριφοράς, ο λαϊκός εκκλησιασμός τη Μεγάλη Παρασκευή, το Μεγάλο Σάββατο ή στα τοπικά πανηγύρια, καθώς και το ότι πολλοί από αυτούς που δεν θρησκεύουν τηρούν αρκετές από τις καθορισμένες νηστείες, δίνει την παραπλανητική εντύπωση ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εγκαυχάται η ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία για την πλούσια λατρευτική ζωή της: πολλές ακολουθίες, υψηλή ποίηση και μουσική. Κανείς, όμως, δεν καταλαβαίνει τίποτε. Η γλώσσα της λατρείας είναι σήμερα ακατανόητη. Το  Ευαγγέλιο, τα αναγνώσματα, οι ευχές διαβάζονται στο πρωτότυπο, αντί να μεταφραστεί ο κύριος όγκος τους στα νέα ελληνικά. Το γεγονός αυτό καλλιεργεί μια θρησκευτικότητα που υποτιμά τη λογικότητα, τη σημασία της κατανόησης και που, τελικά, διαμορφώνει έναν χριστιανό του βιώματος, της «κατάνυξης», που αγνοεί τη διδασκαλία της πίστης του και δεν μπορεί να δώσει τη μαρτυρία της στον δημόσιο χώρο. Οδηγεί, δηλαδή, σε πρακτικές που μπορούν να χαρακτηριστούν δεισιδαιμονικές, με την έννοια ότι πιστεύεται πως  αρκεί  η συμμετοχή του πιστού σε κάποιες ιεροπραξίες, ενώ ο ιερέας νοείται ως τελετουργός. Δεν είναι τυχαίο που στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σήμερα τόσο υποβαθμισμένο το κήρυγμα: οι ιερείς αυτοσχεδιάζουν και προχειρολογούν, κινούμενοι μεταξύ εθνοπατριωτικής ρητορείας και μικροαστικής, ηθικολογικής μικρολογίας. 
 
Έχετε ταχθεί υπέρ του ουδετερόθρησκου κράτους. Πόσο κοντά σε μια τέτοια προοπτική βρίσκεται η χώρα μας;
Πιστεύω πως, από νομική άποψη, το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας και πολιτείας στην Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό  λυμένο  και απομένουν λίγα πράγματα ακόμη να ρυθμιστούν, περισσότερο συμβολικού χαρακτήρα (π.χ. κατάργηση της επίκλησης της Αγίας Τριάδας στο προοίμιο του Συντάγματος και της θρησκευτικής ορκωμοσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας, καθιέρωση του υποχρεωτικού πολιτικού όρκου παντού) με εξαίρεση δύο ζητήματα: τη μισθοδοσία του κλήρου και τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία. Σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα οι κληρικοί δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Θεωρώ πως οι ιερείς θα πρέπει να πληρώνονται από την Εκκλησία – με τη συνδρομή και μιας κρατικής επιχορήγησης. Παράλληλα, έχω προτείνει τον αναπροσανατολισμό του μαθήματος των θρησκευτικών από ομολογιακού-κατηχητικού χαρακτήρα ορθόδοξης διαπαιδαγώγησης σε μάθημα γνώσης της βιβλικής παράδοσης, όπως ακριβώς διδάσκεται και η αρχαία ελληνική γραμματεία, διατηρώντας την υποχρεωτικότητά του. Όσο δεν μπορεί κανείς σήμερα στην Ευρώπη να αμφισβητήσει την παιδευτική σημασία του Ομήρου, του Σοφοκλή ή του Πλάτωνα, άλλο τόσο δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη σημασία της Γενέσεως, του Ησαΐα ή του αποστόλου Παύλου. Η μη εδραίωση του ουδετερόθρησκου χαρακτήρα του κράτους οφείλεται τόσο στο ότι τα πολιτικά κόμματα θεωρούν την Εκκλησία υπολογίσιμη εκλογική δύναμη όσο και στο ότι η ίδια, αντί να προετοιμάσει έναν συντεταγμένο για αυτήν χωρισμό και να διεκδικήσει μια ουσιαστική και σεβαστή θέση στη δημόσια σφαίρα μετά την ολοκλήρωσή του, αντιστέκεται σε αυτή την προοπτική, ανησυχώντας μη χάσει τα οικονομικά και συμβολικά προνόμιά της. Δίνει συνεχώς χαμένες μάχες –αποποινικοποίηση της μοιχείας, πολιτικός γάμος ή κηδεία, καύση νεκρών. Η Εκκλησία καλείται να αποδεχθεί έμπρακτα το αξιακό σύστημα του Διαφωτισμού, της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, του πνεύματος ανοχής και σεβασμού του άλλου, όπως έχουν κάνει, πλέον, οι εκκλησίες της Ευρώπης – όπου ο χωρισμός ήταν και εκεί  μακρά και συγκρουσιακή διαδικασία. Η ζωντανή μαρτυρία του Ευαγγελίου και της χριστιανικής πίστης στον δημόσιο χώρο μπορεί να γίνει αυθεντικότερα σε ένα εκκοσμικευμένο κράτος, όπου δεν θα ισχύει ο πειθαναγκασμός και η Εκκλησία δεν θα επικαλείται μια προνομιακή μεταχείριση από το κράτος για να επιβάλει τη διδασκαλία της έναντι και ενάντια  άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων. 
 
Πώς κρίνετε το έργο κοινωνικής αλληλεγγύης της Εκκλησίας;
Σε κάθε ενορία διενεργούνται συσσίτια, όπου μπορεί να σιτίζονται από 50 μέχρι και πάνω από 300 άνθρωποι, αναλόγως με τις δυνατότητες καθεμιάς, υπάρχει μέριμνα για φάρμακα και ρούχα. Αυτό το έργο είναι πολύ σημαντικό και κατά μέγα μέρος αφανές. Αυτή η κοινωνική δραστηριότητα, όμως, πρέπει να διευρυνθεί και πέραν της προσφοράς φαγητού και ρούχων.  Παρακολουθώντας το παράδειγμα και άλλων εκκλησιών (π.χ. στη Γαλλία και στη Γερμανία υπάρχουν εξαιρετικές εκκλησιαστικές μονάδες ανακουφιστικής ιατρικής για αρρώστους που βρίσκονται σε καταληκτικό στάδιο), η ελληνική Εκκλησία θα έπρεπε να επεκτείνει τη δράση της, για παράδειγμα, και στη φροντίδα των ψυχικά ασθενών, των αλκοολικών, των άστεγων, των αυτιστικών παιδιών, των ναρκομανών, κάτι που απαιτεί διαφορετική ποιμαντική μεταχείριση, σχεδιασμό, ειδικές γνώσεις, επιστημονικό προσωπικό. Ας προσθέσω εδώ ότι η πρυτάνευση της εθνικής ιδέας και ευαισθησίας στους κόλπους της Εκκλησίας είχε ως δυσάρεστη συνέπεια την ισχνή ιεραποστολική παρουσία και διακονία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, όπου, μάλιστα, αντί να παρηγορεί τους ανθρώπους και να διδάσκει τη χριστιανική πίστη, αποδεχόμενη την ιστορία και τον πολιτισμό εκείνων στους οποίους απευθύνεται, πήρε τη μορφή της εξαγωγής εθνικισμού, συνδέοντας την Ορθοδοξία με την 28η Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου.
 
Περιοδικό δρόμου «σχεδία», τεύχος #25, Απρίλιος 2015

comments powered byDisqus