04 Αυγούστου 2015 Το περιοδικό

Μια οφειλόμενη απάντηση

Αθήνα, 04/08/2015

 

Προς: Κ. Διευθυντή

Ιστοσελίδα www.zougla.gr

Κοινοποίηση: ανώνυμος συντάκης του άρθρου με τίτλο «Με εξαπάτησαν»


Αξιότιμε κ. Διευθυντή,

Στην ιστοσελίδα σας www.zougla.gr έγινε το βράδυ της Δευτέρας 3 Αυγούστου 2015 η ανάρτηση ενός «ρεπορτάζ» (συνέντευξη) με τίτλο «Με εξαπάτησαν» το οποίο αφορά στο περιοδικό δρόμου «σχεδία», τον τρόπο λειτουργιάς του και τους ανθρώπους του. Το ρεπορτάζ «βασίστηκε» στις δήθεν καταγγελίες ενός συμπολίτη μας, ο οποίος μέχρι πολύ πρόσφατα ήταν και ο ίδιος ένας από τους διανομείς του περιοδικού. Το ρεπορτάζ βασίζεται σε κοινά ψεύδη και μυθοπλασίες, για να κατασυκοφαντήσει μια τεράστια προσπάθεια μιας ομάδας ανθρώπων να σταθούν δίπλα σε εκείνους που δοκιμάζονται πιο πολύ απ’ όλους μας στα χρόνια αυτά της διαλυτικής κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που σχεδόν όλους μας έχει επηρεάσει. Ο δημοσιογράφος (το κείμενο είναι ανυπόγραφο) που επιμελήθηκε του «ρεπορτάζ» δεν φρόντισε ως όφειλε να διασταυρώσει τις πληροφορίες του (μιλώντας καταρχάς μαζί μας), επιτρέποντας - αβίαστα και πέρα από κάθε δημοσιογραφική δεοντολογία- σε έναν άνθρωπο να κατασυκοφαντεί βάναυσα το περιοδικό δρόμου «σχεδία» και τους αγώνες που δίνουμε καθημερινά από την πρώτη γραμμή.

Ως πρώτο βήμα, σας στέλνουμε αυτή την επιστολή, απαντώντας σημείο προς σημείο στις δήθεν καταγγελίες, και προσβλέποντας στην δημοσίευσή της στην ιστοσελίδα www.zougla.gr, όπου έγινε η ανάρτηση του δυσφημιστικού «ρεπορτάζ». Άλλωστε, η δημοσίευση και το δικαίωμα της απάντησης είναι μία από τις βασικές αρχές της δημοσιογραφίας, ειδικά σε περιπτώσεις, όπως η συγκεκριμένη.

Επιλέξαμε να απαντήσουμε σημείο προς σημείο στο «ρεπορτάζ». Ακολουθεί λοιπόν, το «ρεπορτάζ» όπως δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα σας και ενδιαμέσως (με πλάγια γράμματα και κιτρινισμένα για να ξεχωρίζουν) οι δικές μας απαντήσεις.

Αυτά ως πρώτο βήμα, για την αποκατάσταση της αλήθειας.

 

Το ρεπορτάζ:

 

Τίτλος: «Με εξαπάτησαν»

 
Η ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει την ανάγκη για ανάπτυξη δομών που θα καταφέρουν να ανακουφίσουν όσο είναι δυνατόν τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Τους ανθρώπους αυτούς που από τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκαν στο κοινωνικό περιθώριο, έχοντας χάσει όχι μόνο τη δουλειά τους και το σπίτι τους, αλλά όλη τους τη ζωή. Ανθρώπους που ξαφνικά βρέθηκαν στον δρόμο, παλεύοντας για ένα πιάτο φαγητό και ένα υπόστεγο για να βγάλουν τη νύχτα.

Μια τέτοια προσπάθεια έχει αποτελέσει τα τελευταία χρόνια το Περιοδικό Δρόμου «Σχεδία». Ένα περιοδικό το οποίο κοστίζει 3 ευρώ, εκ των οποίων τα μισά τα καρπώνεται ο πωλητής του τεύχους. 

Η ιδιαιτερότητά του είναι ότι διανέμεται σε προεπιλεγμένα σημεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης από άπορους ανθρώπους, δίνοντάς τους τη δυνατότητα για ένα αξιοπρεπές εισόδημα. Αυτός άλλωστε φέρεται να ήταν και ο σκοπός της δημιουργίας του εξαρχής. Όλα καλά και αξιέπαινα ως εδώ.

Ο Χρήστος Μπακογιάννης είναι ένας από τους πωλητές της «Σχεδίας», στης οποίας τη διανομή συμμετέχει από το δεύτερο ήδη τεύχος. Λόγω των καλών επικοινωνιακών του ικανοτήτων μάλιστα, για καιρό αποτέλεσε τον άνθρωπο που η «Σχεδία» επέλεγε για να προωθεί τις δράσεις της, αποτελώντας για παράδειγμα το κεντρικό πρόσωπο της διαφημιστικής της καμπάνιας. Ο ίδιος όμως προχωρά σε αποκαλύψεις και καταγγελίες που εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τη φιλανθρωπική λειτουργία του περιοδικού.

 

 


«Τα δύο πρόσωπα της “Σχεδίας”»

Σύμφωνα με τον κ. Μπακογιάννη, το περιοδικό έχει δύο πρόσωπα. Το ένα είναι της «Σχεδίας» του δρόμου, του περιοδικού που διανέμεται από τους ανθρώπους που επιτόπου βάζουν το μισό αντίτιμο στη δική τους τσέπη και το άλλο μισό σε εκείνη του περιοδικού. «Όλα είναι καθαρά εκεί» μας λέει. 

«Πράγματι, τα χρήματα αυτά πηγαίνουν στους διανεμητές, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία επ’ αυτού και μάλιστα αρκετοί άνθρωποι βοηθούνται σημαντικά από αυτό. Παρότι το περιοδικό συχνά εξαντλείται από το πρώτο δεκαπενθήμερο και μένουμε άνεργοι για το δεύτερο, καθώς το περιοδικό δεν κάνει επανέκδοση, ενώ θα είχε τη δυνατότητα να πωλήσει και άλλα τεύχη και να δουλεύουμε κι εμείς ολόκληρο τον μήνα». 

 

*Απάντηση: Είναι ψεύδος ότι το περιοδικό εξαντλείται το πρώτο δεκαπενθήμερο. Θα ήμασταν επιεικώς ανόητοι (δεν συζητάω καν για «κακοί επιχειρηματίες» -καθώς η «σχεδία» δεν είναι επιχείρηση και εμείς, η αλήθεια είναι, δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας καν επιχειρηματίες. Η «σχεδία» γεννήθηκε αποκλειστικά και μόνο από την ανάγκη και επιθυμία μας να υποστηρίξουμε εκείνους τους ανθρώπους που δοκιμάζονται πέρα από τα όρια) να βλέπουμε ότι εξαντλείται το τεύχος «συχνά» στο πρώτο δεκαπενθήμερο και να μην ανεβάζουμε το τιράζ. Τις φορές που πράγματι εξαντλήθηκε το τεύχος και είχαμε πολλές μέρες μπροστά μας μέχρι την έκδοση του νέου-επόμενου τεύχους προχωρήσαμε σε επανατύπωση παρόλο που αυτό –όπως γνωρίζετε- είναι τραγικά οικονομικά ασύμφορο για το περιοδικό (οι επανατυπώσεις στοιχίζουν πάρα πολύ). Το πράξαμε όμως, ακριβώς επειδή δεν θέλαμε να μείνουν οι άνθρωποι (πωλητές) χωρίς περιοδικά. Δεν προχωρήσαμε σε επανατύπωση μόνο στις περιπτώσεις που οι μέρες που μεσολαβούσαν μέχρι την έκδοση του επόμενου-νέου τεύχους ήταν ελάχιστες. Και αυτά –αν έχει συμβεί- θα έχει συμβεί μια ή το πολύ δύο φορές. Και πάλι όμως, ουδέποτε συνέβη να μείνουν οι άνθρωποι χωρίς περιοδικό για δύο εβδομάδες. Μιλάμε, πάντα για λίγες μέρες.

Εδώ λοιπόν, η «κατηγορία» είναι ότι ναι, η «σχεδία» υποστηρίζει πράγματι τους ανθρώπους να εξασφαλίσουν με αξιοπρέπεια ένα εισόδημα, αλλά δεν τους υποστηρίζει να βγάλουν παραπάνω χρήματα επειδή δεν τυπώνει αρκετά αντίτυπα!

Αλλά, γιατί δεν πράξατε το πολύ απλό και εύκολο -για να διασταυρώσετε ως καλός δημοσιογράφος τις πληροφορίες σας- να βγείτε στην πόλη και να ρωτήσετε ένας από τους δεκάδες ανθρώπους-πωλητές της «σχεδίας», αν όντως συμβαίνει κάτι τέτοιο;



Το ρεπορτάζ: Σκιές όμως πέφτουν στις υπόλοιπες δράσεις του περιοδικού. Συναυλίες, εκθέσεις φωτογραφιών, διαδρομές περιήγησης σε κοινωνικές δομές της πόλης… Σύμφωνα με τον κ. Μπακογιάννη, το περιοδικό διαφημίζει πως τα έσοδα των δράσεων που διοργανώνει πηγαίνουν στους άπορους πωλητές του, για τους οποίους άλλωστε γίνονται οι εν λόγω δράσεις, η αλήθεια όμως είναι διαφορετική.

«Στις 6 Ιουνίου, για παράδειγμα, η “Σχεδία” πραγματοποίησε την ετήσια συναυλία της στην Τεχνόπολη. Δεν πήραμε ούτε σεντ από τη συναυλία αυτή, η οποία έκοψε περίπου 5.000 εισιτήρια προς 5 ευρώ το καθένα. Κάντε τους υπολογισμούς… Μάλιστα απ’ όσο γνωρίζω η Τεχνόπολη παραχώρησε τον χώρο δωρεάν για τη συγκεκριμένη δράση» δηλώνει στο zougla.gr ο κ. Μπακογιάννης.

 

*Απάντηση: Πράγματι, από το 2013 που κυκλοφόρησε η «σχεδία», κάθε χρόνο  πραγματοποιείται μια συναυλία για την οικονομική ενίσχυση του περιοδικού, στην προσπάθειά μας να καλύψουμε μέρος των σημαντικών μας εξόδων, μιας και η «σχεδία» δεν έχει άλλες πηγές χρηματοδήτησης, δεν είναι κρατικοδίαιτη (όχι απλώς δεν έχει πάρει ποτέ ούτε ένα ευρώ ως επιχορήγηση/επιδότητηση από κάποιο κρατικό φορέα, αλλά δεν έχει καν ζητήσει ποτέ κρατική χρηματοδότηση). Τι απομένει; Τα έσοδα από την κυκλοφορία (το υπόλοιπα 1,5€ που βέβαια δεν είναι ακριβώς 1,5€, αφού εδώ περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ, φόροι πωλητών κ.λπ. Αλλά, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αν πραγματικά σας ενδιαφέρει πάντως, υπάρχουν όλα τα σχετικά στοιχεία ακόμη και στην ιστοσελιδα μας), τα έσοδα από τις (πενιχρές) διαφημίσεις, και τα έσοδα από τις εκδηλώσεις που διοργανώνουμε μέσα στη χρονιά. Όπως αντιλαμβάνεστε, είναι μεγάλος και δύσκολος ο αγώνας.

Η συναυλία του Μαίου-Ιουνίου είναι από τις σημαντικότερες δράσεις μας στον αγώνα να καλυφθούν κάποια από τα έξοδα της έκδοσης του περιοδικού, αλλά και των υπόλοιπων δράσεών μας. Πραγματοποιείται –όπως επισημαίνουμε παντού και σε όλους τους τόνους, όταν προβάλλουμε το γεγονός- για την οικονομική ενίσχυση της «σχεδίας». Μόνο τα έξοδα για το τυπογραφείο/πιεστήριο ανέρχονται σε χιλιάδες ευρώ μηνιαίως, όπως προφανώς θα γνωρίζετε ως άνθρωπος του Τύπου.

Να το πούμε ακόμα πιο απλά, τα όποια έσοδα προκύπτουν από τη συναυλία βοηθούν το περιοδικό δρόμου «σχεδία» να ζει, να κυκλοφορεί, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα σε κάποιους ανθρώπους να την πωλούν και να εξασφαλίζουν με αξιοπρέπεια ένα μικρό έστω εισόδημα. Χωρίς εκδηλώσεις, όπως η συναυλία, το περιοδικό οικονομικά «δεν βγαίνει». Είναι θέμα επιβίωσης.

 

Αυτά τα περί 5.000 εισιτηρίων επί 5 ευρώ είναι (και αυτά) τεράστιες ανακρίβειες. Τα εισιτήρια ήταν 3.312 και βεβαίως, στα 5 ευρώ περιλαμβάνονται (όπως γνωρίζετε) μια σειρά φόροι και λοιπά έξοδα (δικαιώματα ΑΕΠΙ, διανομής εισιτηρίων κ.λπ.). Δεν είναι πέντε (5) ευρώ, λοιπόν. Είναι πολύ λιγότερα.

Αλλά, και 5.000 και 6.000 και 10.000 να ήταν τα κομμένα εισιτήρια επί 10 ευρώ και όχι 5 που ήταν η πραγματική τιμή εισόδου, τι φαντάζεστε ότι θα έπρεπε να συμβεί στη συνέχεια; Να φωνάξουμε τους 150 πωλητές και να τους μοιράσουμε από 40, 50 ευρώ στον καθένα από τα «έσοδα της συναυλίας». Είναι σωστό; Αυτό είναι χρήσιμο για τους ίδιους και για την κοινωνία; Είναι αλήθεια χρήσιμη  «μια μοιρασιά» ως φιλανθρωπία/ελεημοσύνη λίγων ευρώ; Πού το έχετε ξανακούσει αυτό;

Οι μόνοι άνθρωποι που πραγματικά ωφελούνται και από τη συναυλία είναι οι ίδιοι οι πωλητές, όπως ήταν ο κ. Μπακογιάννης, και κανείς άλλος, αφού (και) έτσι δημιουργούνται οι πόροι και οι προϋποθέσεις για να βγαίνει το περιοδικο κάθε μήνα.

 

 


Το ρεπορτάζ: «Επίσης, στη συναυλία πωλήθηκαν πολλά τεύχη του περιοδικού, στις οποίες (πωλήσεις) οι πωλητές δεν είχαμε καμία συμμετοχή και δεν πήραμε κανένα ποσοστό. Ούτε μάθαμε ποτέ πόσα τεύχη πωλήθηκαν. Καταλαβαίνετε ότι αυτό δημιουργεί ξεκάθαρα συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού για εμάς τους πωλητές, γιατί οι άνθρωποι που αγόρασαν το περιοδικό στη συναυλία δεν θα το αγόραζαν φυσικά ξανά από εμάς τους πωλητές στον δρόμο…

 

*Απάντηση: Εδώ η κατηγορία που μας προσάπτεται από τον πολλαπλώς και ποικιλοτρόπως ωφελούμενο από το περιοδικό δρόμου «σχεδία» Χρήστο Μπακογιάννη είναι ότι ανταγωνιζόμαστε τους ανθρώπους-πωλητές της «σχεδίας»(!) για τους οποίους γεννήθηκε και εκδίδεται το περιοδικό.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Πράγματι, στη συναυλία, τα τελευταία δύο χρόνια από το περίπτερο της «σχεδίας» διατίθενται (παλαιά κυρίως) τεύχη της «σχεδίας».

Αυτό γίνεται δύο χρόνια.

Την πρώτη χρονιά, που φιλοξενήθηκε η συναυλία στην Τεχνόπολη, όμως, ακριβώς για να έχουν ένα εισόδημα οι άνθρωποι, αποφασίσαμε να βάλουμε κάποιους από τους ίδιους τους πωλητές να το διανείμουν.

Ο κ. Χρήστος Μπακογιάννης ξέχασε να σας πει ότι ήταν ένας από τους τρεις που απήλαυσαν αυτή την προνομιακή μεταχείριση (να σας στείλουμε και μια φωτογραφία του, αν θέλετε από τη συγκεκριμένη συναυλία, την ώρα που πουλάει «σχεδία»). Τη μία και μοναδική φορά δηλαδή, που άνθρωποι της «σχεδίας» διένειμαν το περιοδικό στο χώρο της συναυλίας μας, ο ίδιος ήταν ένας από τους μόλις τρεις (από τις δεκάδες, τότε) που ωφελήθηκε προσωπικά. Και καλά έκανε! Στη «σχεδία» ξέρετε, ακριβοδίκαια, εφαρμόζουμε ένα εκ περιτροπής σύστημα για όλες αυτές τις περιπτώσεις.

Εκ των υστέρων, διαπιστώσαμε ότι υπήρχε όντως, μια δυσφορία εκ μέρους των υπολοίπων πωλητών που έμειναν «εκτός». Θεώρησαν κάποιοι ότι «αδικήθηκαν» («Γιατί επελέγη ο Χ. Μπακογιάννης και όχι εγώ;» κάτι το οποίο θεωρούμε λογικό, αφού όλοι τους βρίσκονται σε απόλυτη οικονομική ανάγκη) οπότε αποφασίσαμε –για να μη δημιουργείται κακό κλίμα στις σχέσεις των ανθρώπων/πωλητών- να μην ξαναβάλουμε πωλητές στη συναυλία, αλλά να τα διαθέτουμε από το περίπτερό μας, ώστε να μη χάσει η «σχεδία» και αυτά ακόμη τα λίγα ευρώ από τις πωλήσεις περιοδικών στη συναυλία που τόσο έχουμε ανάγκη.

Αλλά, για σταθείτε, αλήθεια αγαπητέ κ. Δημοσιογράφε, πόσα τεύχη πιστεύετε ότι θα μπορούσαν να πουληθούν στη συναυλία για να δημιουργήσουν «συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού» (μεταξύ ποιων αλήθεια; Των ανθρώπων-πωλητών και του περιοδικού που κυκλοφόρησε για να τους υποστηρίξει;)

Για να μη σας κουράζουμε. Το βράδυ της συναυλίας πουλήθηκαν ακριβώς 46 περιοδικά (αν το θέλετε και σε ευρώ: 138€ περιλαμβανομένου ΦΠΑ κ.λπ.) Ανταγωνισμός που τσακίζει κόκκαλα.

Το  ρεπορτάζ: »Θέλω να σας πω επίσης ότι το περιοδικό με επέλεξε ως το πρόσωπο που θα συμμετείχε στις διαφημίσεις του. Όταν αργότερα ρώτησα αν θα αμειφθώ γι’ αυτές τις υπηρεσίες μου, μου απάντησαν αρνητικά. Σκέφτηκα όμως ότι κάνω κάτι καλό, ότι μακροπρόθεσμα θα βοηθηθούμε από αυτό εμείς οι πωλητές. Πού να ήξερα…»

 

*Απάντηση: «Πού να ήξερα...» Τι ωραία κουβέντα! Ο μόνος λόγος που επελέγη ο κ. Χρήστος Μπακογιάννης να συμμετάσχει στο διαφημιστικό είναι επειδή πιστεύαμε πως η διαδικασία αυτή θα τον υποστηρίξει σε έναν αγώνα για πλήρη κοινωνική (επαν)ένταξη. Αυτό είναι το βασικό μας κριτήριο όταν συζητάμε για το ποιος και το πού και το πώς θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν οι άνθρωποι που υποστηρίζονται από τη «σχεδία». Το σποτάκι ήταν μια προσφορά μεγάλης διαφημιστικής εταιρείας. Οι άνθρωποί της το έκαναν αφιλοκερδώς και με πολλή αγάπη. Το ίδιο και όλοι όσοι ενεπλάκησαν σε αυτό. Ουδείς πήρε ούτε ένα ευρώ.

Αυτό είχε γίνει ξεκάθαρο και στον ίδιο από την αρχή. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι «αργότερα ρώτησα αν θα αμειφθώ γι’ αυτές τις υπηρεσίες μου»... Εκ των υστέρων, δηλαδή, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει ποτέ στη «σχεδία». Για ό,τι κάνουμε, οι συνεννοήσεις και οι ενημερώσεις γίνονται από την αρχή. Είναι θέμα αρχής.

Το ρεπορτάζ: Οι «Αόρατες Διαδρομές»

Πρόκειται για μια δράση που οργάνωσε το περιοδικό, για την οποία εκπαίδευσε έναν μικρό αριθμό διανεμητών ως οδηγούς-περιηγητές. Εκείνοι στη συνέχεια πραγματοποιούσαν προκαθορισμένα δρομολόγια περιήγησης σε συγκεκριμένες εγκαταστάσεις κοινωνικών δομών της πόλης. «Το εισιτήριο ορίστηκε στα 6 ευρώ ανά άτομο, στο ίδιο μοντέλο με τη διανομή των περιοδικών: 3 ευρώ για τον περιηγητή και άλλα τόσα για το περιοδικό, προκειμένου να καλύψει τα έξοδα εκπαίδευσής μας και τους φόρους. Κάθε γκρουπ περιήγησης είχε από 5 έως 15 επισκέπτες» μας λέει ο κ. Μπακογιάννης. 

«Το θέμα είναι ότι όταν μετά από έναν μήνα που μας κάλεσαν να πληρωθούμε, γιατί έτσι ήταν καλύτερα για εμάς, όπως μας είπαν, προφανώς αδιαφορώντας για τις τρέχουσες οικονομικές υποχρεώσεις μας, διαπίστωσα ότι το περιοδικό είχε μετακυλίσει τον φόρο σ' εμάς τους οδηγούς και αποφάσισε ότι θα πληρωθούμε λίγο παραπάνω από 2 ευρώ ανά επισκέπτη που είχαμε αναλάβει. Πολλοί μάλιστα από τους επισκέπτες κατέβαλλαν εθελοντικά μεγαλύτερο αντίτιμο από τα 5 ευρώ, χωρίς εμείς φυσικά να το μαθαίνουμε ποτέ»
 

*Απάντηση: Να αρχίσουμε από το τέλος. Αφού οι οδηγοί δεν μάθαιναν ποτέ («φυσικά»...) ότι πολλοί επισκέπτες κατέβαλλαν εθελοντικά μεγαλύτερο αντίτιμο από τα 5 ευρώ (είναι 3 και 6 ευρώ το κόστος συμμετοχής, αλλά τέλος πάντων), αυτός πώς το έμαθε; Πρόκειται για ένα ακόμα ψεύδος το οποίο θα έπρεπε ως δημοσιογράφος να διερευνήσετε. Και είναι και κρίμα.

Κατ’ αρχάς, για οποιοδήποτε ποσό καταβάλλει ο άνθρωπος που συμμετέχει στις αόρατες διαδρομές κόβεται η αντίστοιχη νόμιμη απόδειξη («απόδειξη λιανικών συναλλαγών για παροχή υπηρεσιών»). Δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκινήσει από τα γραφεία της «σχεδίας» διαδρομή, αν δεν έχουν κοπεί όλες οι αντίστοιχες αποδείξεις.

Οι δε οδηγοί (μεταξύ των οποίων ήταν και ο κ. Μπακογιάννης) πληρώνονται βάσει των κομμένων αποδείξεων/παραστατικών.

Αν υπήρξαν περιπτώσεις (μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού, και πάλι αν...) που κάποιος από τους συμμετέχοντες θέλησε να ενισχύσει τη «σχεδία», αφήνοντας κάποιο παραπάνω ποσό, το ποσό μετακυλίστηκε στους τέσσερις οδηγούς των «αόρατων διαδρομών», αφού, επαναλαμβάνω, αμείβονται με βάση τις αποδείξεις που έχουν εκδοθεί σε κάθε περιήγηση κατά την οποία οι ίδιοι είναι οδηγοί. Όλα στη «σχεδία» γίνονται με βάση τα νόμιμα παραστατικά που πάντα εκδίδονται.

 

Μας εγκαλεί ο κ. Μπακογιάννης επειδή κάναμε από κοινού μια συμφωνία που αφορούσε στην καταβολή των αμοιβών στους οδηγούς μια φορά το μήνα (κάθε 15 του μηνός για την ακρίβεια). Ήταν μια πρότασή μας στην οποία είχε συναινέσει και ο ίδιος, βέβαια, αλλά τώρα μαθαίνουμε ότι δεν του άρεσε. Εχει απόλυτο δίκιο, πάντως. Όντως υπήρχε αυτή η συμφωνία-ρύθμιση.

Δεν σας εξήγησε όμως, και εσείς δεν είχατε τη δημοσιογραφική περιέργεια να ρωτήσετε και να μάθετε ότι ο μόνος λόγος που το κάναμε αυτό είναι για να μπουν οι ωφελούμενοι-άνθρωποι (αποκλεισμένοι επί χρόνια από την εργασία αλλά και από τη ζωή) σε μια λογική «εργασιακής ρουτίνας». Οπως συμβαίνει δηλαδή, με όλους τους κανονικά εργαζόμενους, να πληρώνονται κάθε μήνα, να κάνουν «τα κουμάντα» τους κ.λπ. Να μπουν σιγά-σιγά σε μια ρουτίνα μιας ζωής φυσιολογικής, να πειθαρχήσουν τις ανάγκες τους, να μάθουν να διαχειρίζονται καλύτερα τα όποια έσοδα και τις ζωές τους τις ίδιες. Πιστεύαμε ότι αυτό θα τους βοηθήσει. Και σε αυτό είμαστε απόλυτα συνεπείς, όπως μπορούν να σας επιβεβαιώσουν και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι-οδηγοί που συμμετέχουν στο πρόγραμμα των «Αόρατων Διαδρομών». Πού είναι το μεμπτό;

 

Μας εγκαλεί επίσης, ο κ. Μπακογιάννης επειδή το κράτος (όχι η «σχεδία») του παρακρατούσε 23,6% από το πενιχρό είσοδημα που με αξιοπρέπεια εξασφάλιζε από τις «Αόρατες Διαδρομές». Δίνουμε μάχη και σε αυτό το μέτωπο, υπέρ των αδυνάτων. Στο μεταξύ, όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να παρακρατούμε και να αποδίδουμε τους αναλογούντες φόρους στο ελληνικό δημόσιο.

Βέβαια, το «διαπίστωσα» που αναφέρει ο ίδιος και υιοθετείτε αβίαστα εμπεριέχει το στοιχείο της κακεντρέχειας τουλάχιστον. «Διαπίστωσα» σημαίνει ότι δεν το γνώριζε εξαρχής και πως ήταν μια πραγματικότητα που (προς έκπληξή του...) ανακάλυψε στην πορεία. Ψεύδος!

Ο κ. Χ. Μπακογιάννης γνώριζε εξαρχής λοιπόν, όπως γνώριζαν και οι υπόλοιποι οδηγοί ότι για κάθε περιήγηση θα λαμβάνει το 50% επί κάθε συμμετοχή μείον τους φόρους (20% φόρος και 3,6% χαρτόσημο).

Γιατί δεν μπήκατε στον πολύ απλό κόπο να ρωτήσετε σχετικά και τους υπόλοιπους οδηγούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα των «Αόρατων Διαδρομών» για να διασταυρώσετε τις πληροφορίες σας;  

 


Το ρεπορτάζ: «Μια στέγη για τη Σχεδία»

Άλλη μια ιστορία για την οποία μας μίλησε ο Χρήστος Μπακογιάννης είναι αυτή της φωτογραφικής έκθεσης που οργάνωσε το περιοδικό στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών. «Μία πολύ γνωστή εταιρεία παραχώρησε ως χορηγία στο περιοδικό 10 φωτογραφικές μηχανές, οι οποίες θα δίνονταν σε δέκα ανθρώπους από εμάς, ώστε να βγάλουμε όσες περισσότερες φωτογραφίες από την πόλη μπορούμε, θεματικές που θα επιλέγαμε οι ίδιοι. Πράγματι, έτσι έγινε και εγώ ήμουν ο ένας από τους 10 που πήραν μία φωτογραφική μηχανή. Έδωσα όλη μου την ψυχή σε αυτό το εγχείρημα και τράβηξα 9.000 φωτογραφίες… Από αυτές, πολλές συμμετείχαν στη φωτογραφική έκθεση των πωλητών της "Σχεδίας", που πραγματοποιήθηκε από τις 27 Απριλίου έως τις 10 Μαΐου στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Οι δύο βέβαια από τους δέκα που συμμετείχαμε δεν ήταν άποροι πωλητές του εντύπου, αλλά κανονικοί μισθωτοί του περιοδικού…» αναφέρει ο κ. Μπακογιάννης.

«Εν πάση περιπτώσει, όταν ολοκληρώθηκε η έκθεση μου είπαν από το περιοδικό ότι από τις δικές μου φωτογραφίες πωλήθηκαν 3 δίπτυχα κομμάτια metal print συνολικής αξίας 840 ευρώ, από τα οποία εισέπραξα 218 ευρώ, και 2 μονά κομμάτια metal print συνολικής αξίας 460 ευρώ. Αργότερα μου είπαν ότι τελικά πωλήθηκε ένα και είχα να λάβω από αυτό 230 ευρώ, από τα οποία κατέληξα να πάρω τα 68. Εκτός όλων αυτών πωλήθηκε και μεγάλος αριθμός καρτ ποστάλ, αξίας 3 ευρώ έκαστη, για τις οποίες δεν μου έκαναν καμία αναφορά, παρότι το δελτίο τύπου της έκθεσης αλλά και το έντυπο που μοιραζόταν στους επισκέπτες έκανε ξεκάθαρα λόγο για απόδοση του συνόλου των εσόδων στους δημιουργούς, δηλαδή τους φωτογράφους. Προσωπικά είμαι βέβαιος ότι ήταν περισσότερες οι φωτογραφίες που πωλήθηκαν και μας το απέκρυψαν σκοπίμως. Το συνολικό ποσό που έλαβα για την έκθεση ήταν 284,9 ευρώ…»

 

 

*Απάντηση: Ο κ. Χρήστος Μπακογιάννης αναφέρεται στην κοινωνική πρωτοβουλία της «σχεδίας» που στόχο έχει την ενεργοποίηση των ανθρώπων που βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό μέσα από την Τέχνη της φωτογραφίας. Πρόκειται για ένα κοινωνικό πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχε και ο ίδιος οικειοθελώς βεβαίως (διοργανώνουμε και μαθήματα κεραμικής, θέατρο, ποδοσφαιρικές και άλλες αθλητικές δραστηριότητες κ.λπ.) που ξεκίνησε πριν από 20 μήνες περίπου και για το οποίο είμαστε πολύ περήφανοι.

Μετά από μεγάλες προσπάθειες καταφέραμε το αποτέλεσμα της δουλειάς αυτών των ανθρώπων που συμμετείχαν στην ομάδα φωτογραφίας να μετουσιωθεί σε μια έκθεση φωτογραφίας που πραγματοποιήθηκε πράγματι τέλη Απριλίου με αρχές Μαϊου.

Με τους οκτώ συμμετέχοντες είχαμε μιλήσει εκτενώς και αναλυτικά. Και οι οκτώ γνώριζαν και είχαμε συμφωνήσει ότι για όποια μεγάλα έργα τους πουληθούν θα εισπράξουν το 100% επί των καθαρών εσόδων (και όχι το 50% όπως συνέβη με αντίστοιχη πρωτοβουλία-έκθεση που φιλοξενήθηκε στο Παρίσι τον περασμένο Φεβρουάριο).

Το ποσό που αναφέρει ο κ. Μπακογιάννης είναι ακριβές. Αυτό είναι το καθαρό ποσό που εισέπραξε για τα έργα του που πουλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έκθεσης.

Προφανώς ο κ. Μπακογιάννης θεωρεί ότι τα έργα του αξίζουν πολλά παραπάνω και ότι πουλήθηκαν και άλλα έργα του, αλλά του το... κρύβουμε. 

Ευτυχώς υπάρχουν όλα τα αντίστοιχα νόμιμα παραστατικά.

Αλλά να επαναφέρω και το ερώτημα: Γιατί δεν μπήκατε στον πολύ απλό κόπο να ρωτήσετε σχετικά και τους υπόλοιπους συμμμετέχοντες στο πρόγραμμα-έκθεση φωτογραφίας για να διασταυρώσετε τις πληροφορίες σας;  


Το ρεπορτάζ: «Τι να σας πρωτοπώ… Η διοίκηση του περιοδικού φροντίζει να τακτοποιεί τους δικούς της ανθρώπους. Θα σας φέρω μερικά παραδείγματα ακόμα: το περιοδικό, εκτός από την πώλησή του από εμάς στον δρόμο, διανέμεται και σε εταιρίες, από πωλητές που τις επισκέπτονται. Αυτοί οι πωλητές είναι σχεδόν πάντα “βαλτοί” από τη διοίκηση, φίλοι, ξαδέρφια, αδέρφια τους… συνήθως δεν είναι καν άποροι. Και χωρίς καμία διαφάνεια, καρπώνονται όποιο ποσό από τις εισπράξεις τους επιθυμούν. 

 

»Επίσης απαγορεύεται να είναι κάποιος συνδρομητής του περιοδικού εάν βρίσκεται εντός της ζώνης διάθεσής του. Εντός Αθήνας και Θεσσαλονίκης δηλαδή. Αυτός ο κανονισμός παραβιάζεται συνεχώς. Πρόσφατα, για παράδειγμα, έμαθα ότι συνδρομητής στο περιοδικό είναι το Μέγαρο Μαξίμου! Μιλάμε για απίστευτα πράγματα… και φυσικά στις περιπτώσεις των διανομών, το σύνολο του ποσού πάει στο περιοδικό. Καταλαβαίνετε ότι προκύπτει και πάλι συμφέρον και αθέμιτος ανταγωνισμός. Οι “δικοί” τους πωλητές ή "πωλητές", μπορεί να πουλήσουν 50 τεύχη σε μισή ώρα επίσκεψης σε μια εταιρεία, την ώρα που οι υπόλοιποι στηνόμαστε στον δρόμο με κρύο και καύσωνα, για να πουλήσουμε ένα ή δύο τεύχη την ώρα».

 

*Απάντηση: Η συμμετοχή εταιρειών στη διανομή της «σχεδίας» είναι ένα άλλο κοινωνικό πρόγραμμα για το οποίο είμαστε ιδιαίτερα περήφανοι. Οχι μόνο επειδή υποστηρίζουν άμεσα τον πωλητή (αφού μπορεί όντως, μέσα σε λίγες ώρες να διανείμει σημαντικό αριθμό τευχών), αλλά και επειδή μέσα από αυτή τη διαδικασία (της άμεσης, ανθρώπινης επαφής) ευαισθητοποιούνται και ενεργοποιούνται.

Το πρόγραμμα αυτό ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2013. Τα σταθερά «ασφαλή πόστα», όπως τα λέμε (οι εταιρείες που έχουν ανοιξει την αγκαλιές τους στους ανθρώπους της «σχεδίας», με άλλα λόγια) είναι λιγότερα από δέκα (10). Τα γραφεία των εταρειών αυτών λοιπόν, τα επισκέπτεται, κατόπιν συνεννόησης, ένας άνθρωπος της «σχεδίας», μία φορά το μήνα. Σε αυτά να προσθέσουμε και λίγα ακόμα «ασφαλή πόστα» που προκύπτουν μέσα στη χρονιά (επί παραδείγματι, όταν επικοινωνούν μαζί μας αναγνώστες, υποστηρικτές και φίλοι και ζητούν άνθρωπο-πωλητή να διανείμει το τεύχος σε εκδήλωσή τους). Από τις αρχές του 2013 μόνο στην Αθήνα έχουν φορέσει το κόκκινο γιλέκο της «σχεδίας» πάνω απο 230 άνθρωποι.

Κάντε λοιπόν, μόνοι σας τους υπολογισμούς (αφού δεν μας βρίσκετε και στο τηλέφωνο...) πόσες επισκέψεις θα μπορούσε να κάνει ένας άνθρωπος-πωλητής σε κάποιες από αυτές τις εταιρείες ή/και εκδηλώσεις.

Για να μη σας κουράζω, και χωρίς καν να είναι «φίλος, ξάδελφος, αδελφός», ο κ. Μπακογιάννης –ακριβοδίκαια όπως κάνουμε πάντα- έχει επισκεφθεί ασφαλές πόστο τον ίδιο ακριβώς αριθμό με τους υπόλοιπους ανθρώπους που φορούν τους ανθρώπους της «σχεδίας». Και να σας κάνουμε και μια αποκάλυψη: Επειδή -όπως αντιλαμβάνεστε- όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στα αρχεία μας, μας βάλατε σήμερα το πρωί στη διαδικασία να κάνουμε έναν επανέλεγχο για να ανακαλύψουμε ότι ο συγκεκριμένος κύριος (προφανώς επειδή έτσι το έφερε το εκ περιτροπής σύστημα που χρησιμοποιούμε) είναι από τους πιο ωφελημένους της όλης διαδικασίας. Εχει, με άλλα λόγια, επισκεφθεί ασφαλή πόστα, κάτιτις περισσότερο σε σχέση μέ άλλους ανθρώπους της «σχεδίας».

 

Όσο για τη φοβερή καταγγελία που δημοσιεύετε, ότι στα ασφαλή πόστα αυτοί που πηγαίνουν «συνήθως δεν είναι καν άποροι», θα επανέλθουμε πολύ σύντομα. Προς το παρόν, το μόνο που ζητάμε από σας είναι να μας υποδείξετε έναν άνθρωπο που να ανήκει σε αυτή την κατηγορία.   

 

Όσον αφορά το πρόγραμμα των συνδρομών, και «για τον κανονισμό που παραβιάζεται συνεχώς» δεν τα γνωρίζει καλά ο κ. Μπακογιάννης, ενώ είχε όλες τις ευκαιρίες να το μάθει.

Εχει ένα δίκιο πάντως, ότι πάγια πολιτική μας είναι να αποθαρρύνουμε συμπολίτες μας που ζουν στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη να γίνουν συνδρομητές, ενθαρρύνοντάς τους να αγοράζουν το περιοδικό από τον «πωλητή της γειτονιάς τους» γιατί αυτό είναι το νόημα της ύπαρξης ενός περιοδικού δρόμου (είμαστε ένα από τα 120 περίπου σε ολόκληρο τον πλανήτη).

Ακολουθώντας τα πρότυπα όμως, ενός κοινωνικού προγράμματος του αυστραλιανού περιοδικού δρόμου «The Big Issue», από την 1η Ιανουαρίου 2015 υπήρξε μια μικρή μεταστροφή σε αυτή την πολιτική που δεν επηρεάζει όμως, τους πωλητές στο δρόμο, με σκοπό την υποστήριξη κυρίως απόρων και αστέγων που βρίσκονται στην Τρίτη Ηλικία. Για να μη σας κουράζω, εδώ, και αν σας ενδιαφέρει πραγματικά, περισσότερα σχετικά μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα μας (http://www.shedia.gr/subscriptions/), αλλά και στην ιστοσελίδα του αυστραλιανού περιοδικού δρόμου οι άνθρωποι του οποίου μας βοήθησαν να αντιγράψουμε το δικό τους κοινωνικό πρόγραμμα (http://www.thebigissue.org.au/about/).

 

¨Οσον αφορά στη φοβερή αποκάλυψη ότι το Μέγαρο Μαξίμου έχει μία συνδρομή στη «σχεδία», επιτρέψτε μας να συμπληρώσουμε ότι συνδρομές στη «σχεδία» έχει κάνει και η «Συγγρού» (τα γραφεία της αξιωματικής αντιπολίτευσης), πολύ πιο πριν μάλιστα από το «Μαξίμου» (όταν ήταν κυβέρνηση!). Τους ευχαριστούμε σε κάθε περίπτωση, και ευχόμαστε να αυξήσουν τις συνδρομές τους.

Κυρίως, όμως, ευχόμαστε και ελπίζουμε να βρουν τους τρόπους και τα μέσα, να καταπολεμηθεί η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός και να μη χρειάζεται καμία «σχεδία». Άλλωστε, ως άνθρωποι και αγωνιστές της ζωής όλοι μας, αυτό είναι το όραμά μας: Μια μέρα να μη χρειάζεται και να κλείσει η «σχεδία».

 

 

Το ρεπορτάζ: «Τα δικά μου διαφυγόντα κέρδη που μου παρακράτησε η εταιρεία, κυρίως από την έκθεση φωτογραφίας, τα υπολογίζω περίπου στις 5.000 ευρώ. Περιττό βέβαια να σας πω ότι δουλεύουμε ανασφάλιστοι, παρότι μας είχαν πει ότι θα μας ασφαλίσουν. Εγώ υπέβαλα την παραίτηση μου στις 28 Ιουλίου μπροστά σε όλους τους συναδέλφους μου, για να μην έχει κανείς να μου προσάψει τίποτα το μεμπτό. Είναι πάνω απ’ όλα θέμα αξιοπρέπειας» καταλήγει ο Χρήστος Μπακογιάννης.

 

*Απάντηση: Δεν γνωρίζω ακριβώς από που προέκυψε αυτό το ποσό των 5.000€ στο οποίο αναφέρεται ο κ. Μπακογιάννης, είμαι βέβαιος όμως, ότι ο καλός δημοσιογράφος έθεσε το κρίσιμο ερώτημα και πήρε μια ικανοποιητική απάντηση την οποία θα θέλαμε πολύ να μοιραστεί μαζί μας. Τα περί ασφάλισης κ.λπ. δεν είναι αποκυήματα της φαντασίας του συνεντευξιαζόμενου, είναι ωμά ψέματα. Μακάρι να μπορούσε η «σχεδία» να δώσει δουλειά σε 350-400 ανθρώπους, αλλά δεν είναι αυτές ούτες οι δυνάμεις της, ούτε ο ρόλος της. Ο ρόλος της είναι να υποστηρίξει (κυρίως μέσα από τη διανομή του περιοδικού) τον άνθρωπο που βιώνει την απόλυτη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό να υποστηρίξει ο ίδιος τον εαυτό του, για όσο καιρό μπορεί και χρειάζεται. Μέσα από τη «σχεδία» άνθρωποι έχουν βρει μια στέγη, έχουν γλιτώσει τη στέγη τους (και δεν βρέθηκαν στο δρόμο), έχουν βρει δουλειά (σε συνεργασία με ιδιώτες, εταιρείες κ.λπ), αγάπη, υποστήριξη, ένα πιάτο φαϊ, αλληλεγγύη, τα φάρμακά τους, έχουν καλύψει άλλες ανάγκες τους (μέσα από τη δικτύωση και τη συνεργασία με δεκάδες άλλους ανθρώπους και φορείς που στέκονται και αυτοί αλληλέγγυοι σε αυτούς που σήμερα δοκιμάζονται). Μέσα από τη «σχεδία», κυρίως, άνθρωποι έχουν ξαναβρεί την αξιοπρέπειά τους. Και γι’ αυτό είμαστε πολύ περήφανοι. Και γι’ αυτό θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε.


Το ρεπορτάζ: Το zougla.gr προσπαθεί από την Παρασκευή να επικοινωνήσει με τη διοίκηση του περιοδικού, ωστόσο μέχρι στιγμής δεν έχουμε λάβει απάντηση...

 

*Απάντηση: Ο τρόπος που κλείνετε το «ρεπορτάζ» μας βάζει σε σκέψεις ως προς τις προθέσεις σας. Ναι, τηλεφωνήσατε την Παρασκευή μία φορά (καμία σχέση, δηλαδή, με το «προσπαθεί από την Παρασκευή») και ενημερωθήκατε ότι απουσίαζα σε διακοπές και πώς θα επιστρέψω στο γραφείο τη Δευτέρα (χθες).

Με την κοπέλα στη γραμματεία με την οποία μιλήσατε είπατε (αποκρύπτοντας την πραγματικότητα) ότι θέλετε να μιλήσετε μαζί μας «για τη ‘σχεδία’ και τις δράσεις της» και γι’ αυτό σας παρέπεμψε στη Δευτέρα. Αν είχατε πει την αλήθεια (ότι δηλαδή, υπάρχει μια καταγγελία εις βάρος της «σχεδίας» και των ανθρώπων της) οι συνεργάτες μου γνωρίζουν ότι μπορούν να με βρουν 24 ώρες το 24ωρο.

Η αλήθεια είναι ότι αν πράγματι θέλατε να μιλήσετε μαζί μου, ήταν –και παραμένει- πάρα πολύ εύκολο.

Αυτά προς το παρόν.

 

 

Χρήστος Αλεφάντης

 

 

Διευθυντής Σύνταξης

Περιοδικό Δρόμου «σχεδία»

 

comments powered byDisqus